ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ από σήμερα –καλό μήνα επί τη ευκαιρία–, η φύση φυλλορροεί και η μελαγχολία της εποχής συνοφρυώνει τις καρδιές πίσω απ’ το τζάμι, παρότι τα μετέωρα προμηνύουν ετεροχρονισμένο καλοκαιράκι. Τα χνάρια του φθινοπώρου αφήνουν ανέκαθεν ανεξίτηλα στίγματα στους στίχους κορυφαίων μας ποιητών. Ιδού:
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ Ενα κίτρινο φύλλο σου/ φθινόπωρο,/ σ’ έναν άνεμο ράθυμο κάθισε/ και μ’ ακολούθησε επίμονα./ Το πήρα/ και το κρατώ/ σαν κάτι συμβολικό από μέρους σου,/ σαν φιλικό αυτόγραφο,/ ίσως σαν ένα «ευχαριστώ»/ που διόλου μέρος δεν έλαβα/ στο καλοκαίρι τούτο…/ Το πήρα/ κι εξιχνιάζω/ τις φετινές προθέσεις σου/ απέναντί μου.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ Τοπία βροχερά του φθινοπώρου, με απώλειαν των νηπενθών ανθέων, με ακαριαίας πτώσεις φύλλων, και βαθμιαίαν σβέσιν των φωνών του υψηλού καλοκαιριού, εις παραλίας και αιγιαλούς όπου το κύμα, ηπίως επελαύνον, εδρόσιζε τα σώματα με ιριδίζοντας αφρούς, πριν χαμηλώσει η εποχή πάσης ευθαλασσίας, πριν πέσει εις την αφάνειαν ο ύψιστος του θέρους μην. Δρόμοι ασφάλτου που οδηγούν εις πόλεις του χειμώνος, με λεωφόρους οιμωγών κι αποτροπαίων φόνων, για την τιμή του αδελφού, για το κρασί που εχύθη, για κάτι χωρίς όνομα που δεν σκεπάζει η λήθη, με άσπρες και μαύρες συμφορές που τρίζουν στα δοκάρια, σαν τα σχοινιά των κρεμασμένων, όταν ο άνεμος κινή τα αιωρούμενα κουφάρια – τούτα τα αδιάβλητα, τεράστια εκκρεμή της μοίρας των λυπομανών…
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ Τι γυρεύει το κορίτσι/ στο σκοτάδι της καρέκλας;/ γρήγορα/ καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο/ γδύνεται/ με σύννεφα μπροστά στα μάτια/ με τη βροχή μες στο κεφάλι/ με τη βελόνα στην καρδιά/ βγάζει τις κάλτσες/ βγάζει τα λουλούδια/ πετάει το φωτοστέφανο/ έξω τα φύλλα του καιρού/ βάφονται μέσα στο αίμα.
ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι/ μες στην κρύα μου κάμαρα όπως έζησα· μόνος./ Στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν’ ακούω/ και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.// Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι/ μέσα σ’ έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία./ Θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να ’ρθεί ο αστυνόμος,/ θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.// Απ’ τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά,/ θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη/ μην τον είδε κανείς; Εχει μέρες που χάθηκε…»./ Θ’ απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ’ αυτός έχει πεθάνει!».// Μια στιγμή θ’ απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,/ θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι./ Θε να πουν: «Τι ’ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε!»/ και βουβοί το παιχνίδι τους θα αρχινήσουνε πάλι.// Κάποιος θα ’ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψει/ πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,/ νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, κάποτε είχε εκδώσει/ μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην».// Κι αυτή θα ’ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία./ Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου/ και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,/ όπου θα ’ναι όλοι οι φίλοι μου – κι ίσως ίσως οι οχτροί μου./ Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι/ σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι./ Και μια Κέττυ θαρρώντας πως την ξέχασα γι’ άλλην,/ θα μου γράψει ένα γράμμα –και νεκρό θα με βρίσει.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ Να μη λυπάσαι που πέφτουν/ τα φύλλα φθινόπωρο./ Η δική σου τρυφερότητα θαν τα φέρει/ και πάλι στα δέντρα./ Δάκρυα μη χαλνάς· όλοι ανήκουμε/ στην ανάσταση.
