Η καθημερινότητα τις μέρες της πανδημίας δεν είναι εύκολη. Το αντίθετο. Αυτό που την κάνει ακόμα δυσκολότερη είναι ότι σε κάθε δραστηριότητα -ακόμα και την πιο αυτοματοποιημένη- σε φέρνει αντιμέτωπο με την ανάμνηση αυτού που κάποτε πίστευες ότι ήταν απρόσβλητο: την «κανονικότητα» της ρουτίνας ενός ασήμαντου. Οι αφορμές για αναπολήσεις και συγκρίσεις είναι τόσο συχνές και τόσο πολλές, ώστε να συνθέτουν μια νέα «κανονικότητα».
Η μάσκα που βρίσκεται πεταμένη στο τραπεζάκι του χολ. Ο φίλος που μέχρι προχθές συναντούσες στο στέκι που τώρα σουλατσάρει στον δρόμο επειδή του… απαγορεύουν. Οι κραυγές του τύπου που από το τηλέφωνο απειλεί τον συνομιλητή του ότι θα του κόψει την «καλημέρα» αν εξακολουθήσει να πιστεύει τις «αηδίες». Τα δελτία ειδήσεων που πέρασαν από την αποδοκιμασία στην τιμωρητική επιδοκιμασία του κολασμού όσων έχουν διαφορετική άποψη από αυτήν των καλοπληρωμένων παρουσιαστών και σοβαροφανών σχολιαστών. Οι πολιτικοί στα τηλεπαράθυρα, που παπαγαλίζουν ομοιόμορφα υπαγορευμένα διαγγέλματα, με ύφος δυσανάλογο με το πολιτικό τους βάρος και όψη που ταιριάζει σε αυτάρεσκο παγώνι παρά σε αντιπρόσωπο του… λαού.
Ισως μία χρήσιμη απασχόληση είναι να συγκεντρώσει κάποιος όλα τα κομματάκια του παζλ που απεικονίζει την «κανονικότητα» του κορονοϊού και να σκεφτεί τους δρόμους που ανοίχτηκαν αυθαίρετα στη διάρκεια της πανδημίας. Ο «δρόμος» της αλήθειας διχοτομήθηκε σε «αποδεκτή» και «απαράδεκτη». Ο «δρόμος» της κρίσης γέμισε με «Stop» που αναγκάζουν τους ανθρώπους να ελίσσονται ανάμεσα σε «Επιτρέπεται» και «Απαγορεύεται» και σε «Αποδεκτό» και «Απορριπτέο». Ο «δρόμος» των ατομικών δικαιωμάτων έγινε «σουρωτήρι» με τις παρακαμπτήριες ερμηνείες. Ο «δρόμος»…
Σ’ αυτά τα δυο χρόνια, το πολιτικό σύστημα με έναν απροκάλυπτο πατερναλισμό προσπάθησε –και ώς ένα βαθμό πέτυχε- να συρρικνώσει τον δημόσιο λόγο στα αδιαπέραστα όρια του «άσπρου –μαύρου» του Φρεντερίκ Μπαστιά. Ο Γάλλος δημοσιογράφος του 19ου αιώνα, που από πολλούς χαρακτηρίζεται ως ο φιλοσοφικός πρόγονος του νεοφιλελευθερισμού, με τα λογιστικής υφής επιχειρήματά του αντιμετώπισε τη φιλοσοφία με τον ίδιο τρόπο που ένας λογιστής βλέπει την εξέλιξη των ταμειακών ροών μιας επιχείρησης σε σύστημα «εισροών – εκροών».
Με την επιχειρηματολογία τού «Αν δεν… τότε θα» που ανέπτυξε στο «Σπασμένο τζάμι του Τζέιμς Γκούντφελοου» δημιούργησε την αίσθηση ότι η ελευθερία είναι αγαθό που μπορεί να υπάρχει μόνο σε συνθήκες οικονομικής, πολιτικής και οικονομικής ζούγκλας. «…Είναι παράλογο να βλέπουμε κέρδος στον περιορισμό του εμπορίου. Κάτι τέτοιο δεν είναι τίποτα περισσότερο ούτε λιγότερο από μερική καταστροφή» γράφει, προσπαθώντας να αντικρούσει τον Λαμαρτίνο και τον Θιέρσο.
Αν κάποιος έχει τη διάθεση να διαβάσει το έργο του Μπαστιά «Αυτό που βλέπουμε και αυτό που δεν βλέπουμε» και συγκρίνει την ποιότητα και το σκεπτικό των επιχειρημάτων στα κεφάλαια για τους φόρους, τα θέατρα και καλές τέχνες, τα δημόσια έργα και το εμπόριο, τότε θα αισθανθεί σαν τον γεωργό που παρακολουθεί ανήμπορος τα «τρωκτικά» να καταστρέφουν τη σοδειά του, επειδή κάθε παρέμβασή του θα περιόριζε την… ελευθερία τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Hayek, προλογίζοντας μία έκδοση για το έργο του Μπαστιά, είχε γράψει ότι η «ελευθερία επιλογής ως ηθική αρχή δεν πρέπει ποτέ να θυσιαστεί σε λόγους σκοπιμότητας».
Υπό μία έννοια κάτι ανάλογο ζούμε σήμερα. Το πολιτικό σύστημα οριοθετώντας το «άσπρο» του, ορίζει αυθαίρετα τα αποδεκτά όρια της «κανονικότητας» και για να του προσδώσει ισχύ το «προικίζει» με ηθικά χαρακτηριστικά. Ομως, χαράζοντας τα σύνορα της «κανονικότητας» αυτόματα ορίζει και οτιδήποτε συνθέτει το «αντικανονικό» που χρήζει «αναμόρφωσης» ώστε να διαφυλαχθεί το αγαθό του «δημοσίου συμφέροντος». Η αλήθεια είναι ότι τέτοιου είδους «σοφιστείες» είναι πολύ συχνές στην ανθρώπινη ιστορία. Οι περισσότερες από αυτές όμως είναι αιματοβαμμένες κηλίδες που έγιναν από εξουσίες που διεκδικούσαν το αλάθητο.
Ο τόπος αυτός έχει πληρώσει πολύ ακριβά την απόδραση από τις λογικές του «άσπρου» – «μαύρου», που για ενάμιση αιώνα καταδυνάστευε τον δημόσιο βίο. Ισως, οι σημερινοί εβδομηντάρηδες να είναι οι τελευταίοι που έχουν νιώσει στο πετσί τους τα σημάδια της «μιας και αδιαπραγμάτευτης αλήθειας».
Ολοι οι νεότεροι έζησαν είτε ατομικά είτε συλλογικά τη σιωπηλή –τις περισσότερες φορές- προσπάθεια να εξοικειωθούν και να αποδεχτούν το «γκρι». Η πανδημία και τα Μνημόνια έδωσαν την ευκαιρία στους θαυμαστές του επινοημένου «άσπρου» όχι μόνο να επιστρέψουν, αλλά και να εξοστρακίσουν με αφορισμούς όλους εκείνους που πίστευαν στη δύναμη του «Πίστευε και ερεύνα». Δεν έχετε παρά να συγκρίνετε τα δελτία ειδήσεων τις παραμονές του δημοψηφίσματος του 2015 με τα σημερινά, για να διαπιστώσετε γιατί το σύστημα προτιμά τη… διχρωμία.
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
