Η δομική βία αυταρχικών καθεστώτων, που ξανασημάδεψε τον 20ό αι. με τον φασισμό και τον ναζισμό, επανήλθε εμφατικά και σε εμάς, με το ξέσπασμα της μνημονιακής κρίσης και, τώρα, με την παγκόσμια οικονομική επιδείνωση λόγω των πανδημικών μέτρων.
Χρειάζεται το φαινόμενο να απασχολήσει εκ νέου κοινωνικούς επιστήμονες, θεωρητικούς, πολιτικούς και πολίτες ιδίως εκείνων των μαζικών δημοκρατιών που δεν έχουν στέρεη θεσμική συγκρότηση μήπως και βρεθούν τρόποι αποτροπής του. Γιατί μικρό, αλλά όχι ασήμαντο μέρος της λύσης του είναι η συστηματική ενημέρωση της κοινής γνώμης σχετικά με την φασιστική ιδεολογία του καταδαμάζοντος όντος και τη θεολογικο-πολιτική παράδοση που αναδημιούργησε, τα τελευταία εκατό χρόνια.
Ενας λόγος παραπάνω που, χωρίς την αναγκαία αποσαφήνιση του φασιστικού φαινομένου, διαδικασίες εκδημοκρατισμού, που ανατίθενται στις νέες τεχνολογίες, δεν αποφέρουν τους αναμενόμενους καρπούς, λόγω μιας άλογης εμμονής στην παντοδυναμία τους.
Η ψυχολογία της μάζας, ο εθνικιστικός φυλετισμός και η ομογενοποίηση του έθνους με την ισοπέδωση των ταξικών διαφορών, το ανακάτεμα αρχαϊσμού και νεωτερικότητας, σκοταδισμού και επιστήμης, άγνοιας και προπαγάνδας, και, βέβαια, οι μηχανισμοί δομικής βίας που επιστρατεύονται για την εξάλειψη της ετερογένειας της κοινωνίας και την αναβίωση του καισαρισμών που ευνοούν την εδραίωση οικονομικών αυτοκρατοριών και μονοπωλίων, είναι λίγα από τα βασικά γνωρίσματα του «υπνωτικού» φασισμού που κατέγραψε ο Georges Bataille σε παραδόσεις και δημοσιεύσεις, στη δεκαετία του 1930.
Τέτοια ολοκληρωτικά καθεστώτα εδραιώθηκαν με την παραβίαση συνταγμάτων, ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας και κήρυξη επεκτατικών πολέμων· μέτρων που επέβαλαν την τρομοκρατική δράση παραστρατιωτικών ομάδων κρούσης και τη δημιουργία ενός σωματειακού οργάνου λήψης αποφάσεων με μορφή νόμων, στο επίπεδο του κράτους, ώστε κάθε μορφή αντίστασης των φιλελεύθερων και δημοκρατικών πολιτών να λειτουργεί σαν άλλοθι για την κλιμάκωσή της.
Αυτό θέλησε να αποφύγει ο Γκάντι, με την παθητική αντίσταση που επέτρεψε μιαν ουσιαστική πολιτική εναντίωση στην αγγλική αποικιοκρατία. Η δομική βία, όμως, που ανακυκλώνει ο φασισμός, είναι εγγενές φαινόμενο που συγκαλύπτει τους υπαίτιους, μια και ο εχθρός δεν εισβάλλει απ’ έξω, είναι μέσα στην κοινωνία με τη μορφή αυγού που επωάζεται, ώστε σύντομα εχθροί να είναι τα ίδια τα θύματα που εναντιώθηκαν στο ξέσπασμά της. Μεσολαβεί η άγρια βία που, αναπαραγόμενη στα τυφλά, υποκαθιστά την πολιτική σκέψη και πράξη, δημιουργώντας σκοτεινούς φαύλους κύκλους, με αποτέλεσμα την εξουθένωση όσων πολιτών δεν πείσθηκαν ότι η μοίρα της χώρας τους επιβάλλει τη διαρπαγή πλούτου και ήθους εντός και εκτός των συνόρων της.
Γι’ αυτό και, όπου θεριεύει η δομική βία του φασισμού, είναι προδιαγεγραμμένη η αναμέτρηση των οργάνων της με όσους την υφίστανται· το μόνο που μπορεί να προλάβει τον τρόμο που γεννά η αποθέωσή της είναι η συντεταγμένη αξίωση των δημοκρατικών κομμάτων και πολιτών για μέτρα κατά της διευρυνόμενης/εντεινόμενης φτωχοποίησης και κατά της θολούρας που ενθαρρύνουν το ξέσπασμά της.
Ανάλογες αξιώσεις διαύγασης, λογοδοσίας και διαλόγου με σκοπό, μεταξύ άλλων, την καταστολή της δομικής βίας, οδήγησαν στην αναγνώριση των κοινωνικών δικαιωμάτων και στην προοπτική της βαθμιαίας κοινωνικοποίησης του κράτους. Κι αυτές οι κατακτήσεις υπονομεύονται παγκοσμίως, αντικαθιστώντας τη σκεπτόμενη πολιτική με τεχνοκρατικούς και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς συγκεκαλυμμένης ακύρωσής της. Γιατί είναι γνωστό πώς νομιμοποιήθηκε μεσοπολεμικά η εγκαθίδρυση καθεστώτων εκτάκτου ανάγκης και πώς δικαιολόγησαν φιλόσοφοι και ιδεολόγοι την παραβίαση κρίσιμων δικαιο-πολιτειακών θεσμών, με αποτέλεσμα τη νεκρανάσταση ολοκληρωτικών καθεστώτων με την άσκηση μιας απάνθρωπης αυτοκρατορικής πολιτικής σε βάρος φυλών και χωρών, που ενσάρκωναν τον μυθικό εχθρό.
Είναι άξιον απορίας πώς, σε μια δημοκρατική Ελλάδα που αγωνίσθηκε όσο καμιά άλλη χώρα εναντίον του φασισμού και του ναζισμού, το κράτος δικαίου υποχωρεί ενεργοποιώντας μηχανισμούς ανοχής σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης.
Ετσι, σε κλίμα αναταραχών εν όψει μιας κοινωνίας που θα θυμίζει στρατόπεδο εγκλεισμού έμβιων πλην άψυχων όντων, η υποχώρηση των πρακτικών εκδημοκρατισμού, από επικίνδυνη τάση που είναι, καθώς εντείνεται ελλείψει αντιστάσεων, κινδυνεύει να οδηγήσει στις οδυνηρές χαοτικές πρακτικές διχασμού και διάλυσης.
Η άγνοια και συσκότιση της λογικής των ιδεών, στους καιρούς μας, εθίζει την κοινή γνώμη στον τρόμο μιας επερχόμενης κατάστασης που παραπέμπει στις εφιαλτικές σκηνές ενός σχετικά πρόσφατου παρελθόντος, ώστε ανεξήγητα πώς, να προδικάζεται, ως αναπόφευκτη ή μοιραία. Γιατί ο τρόμος που προκαλεί η εικόνα μιας «κοινωνίας θανάτου», που η Αρεντ ταύτιζε με τον ολοκληρωτισμό, αντί να ενεργοποιεί την έλλογη κριτική ως βάση και στήριξη πρακτικών εκδημοκρατισμού, δίνει άλλοθι στην ανακύκλισή του.
Γινόμαστε, έτσι, μάρτυρες στρατολόγησης παιδιών και εφήβων, που, θύματα του πιο άγριου σκοταδισμού, «χάρη» στις «αριστοκρατικές» ρυθμίσεις αποκλεισμού τους από την επαγγελματική κατάρτιση και την εργασία, αφημένα στην τύχη τους, παγιδεύονται στη σαδιστική ιδεολογία του μίσους και στη μύησή τους στις φασιστικές πρακτικές τύφλωσης, διχασμού και εξόντωσης.
* oμότιμη καθηγήτρια Φιλοσοφίας, συγγραφέας
