Πώς θα έμοιαζε μια σύγχρονη Αρκαδία; Στο δωδέκατο μυθιστόρημά της –το πρώτο που μεταφράζεται στα ελληνικά–, η Γαλλίδα συγγραφέας Εμανιέλ Μπαγιαμάκ-Ταμ δανείζεται στοιχεία της μυθολογικής Αρκαδίας, συνδυάζοντάς τα με κατάλοιπα της ελευθεριακής κουλτούρας της δεκαετίας του ’60 και γερές δόσεις κουίρ θεωρίας για να φιλοτεχνήσει έναν πρωτότυπο μυθοπλαστικό κόσμο.
Στο Liberty House, ένα κοινόβιο στα σύνορα της Γαλλίας με την Ιταλία, όπου βρίσκουν καταφύγιο κάθε λογής απροσάρμοστοι και ηττημένοι των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών (από διπολικούς, ηλεκτρο-υπερευαίσθητους, παχύσαρκους ομοφυλόφιλους ή αποχρωματισμένους λόγω λεύκης μέχρι ξεμωραμένους γέρους), ζει, μαζί με τους γονείς της και τη «ΛΟΑΤ γιαγιά» της, η νεαρή Φαρά, η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου.
Σε αυτόν τον επίγειο βουκολικό, χορτοφαγικό παράδεισο, που όχι απλώς αντιστρατεύεται τις κυρίαρχες κοινωνικές νόρμες, αλλά αποτελεί επιπλέον μια κοινότητα αποκομμένη από τον έξω κόσμο (καθώς στο Liberty House απαγορεύονται το ίντερνετ, τα κινητά τηλέφωνα και εν γένει η τεχνολογία), η Φαρά μεγαλώνει καταναλώνοντας τα φλογερά κηρύγματα του Αρκαντί, του γκουρού της κοινότητας, τον οποίο και ερωτεύεται σφόδρα και από τον οποίο μυείται στον σαρκικό έρωτα, βιώνει ωστόσο έναν πρώτο μεγάλο αποπροσανατολισμό μπαίνοντας στην εφηβεία, όταν συνειδητοποιεί ότι το σώμα της δεν αναπτύσσεται με τον αναμενόμενο τρόπο, κάτι που για την ίδια ισοδυναμεί με προδοσία («Δεν μας προδίδει ποτέ κανείς όσο ο εαυτός μας – ο εαυτός μας γενικά και το σώμα μας ειδικότερα»). Εχοντας από μικρή ενστερνιστεί τις κοινοβιακές αξίες, η Φαρά έχει γίνει μεν, όπως αυτοχαρακτηρίζεται, «ειδήμων τού εμείς», ταλανίζεται όμως από έναν εαυτό που διαρκώς υπολείπεται ή διαφεύγει, αδυνατώντας να σταθεροποιηθεί σε ένα κέντρο.
Το έκκεντρο βλέμμα της Φαρά είναι αυτό που καθορίζει εν πολλοίς τον ρυθμό της αφήγησης αλλά και τη γλωσσική σύσταση του κειμένου (αξιέπαινη η δουλειά της Χαράς Σκιαδέλλη στη μετάφραση): Είναι ένα βλέμμα που μυθοποιεί και απομυθοποιεί, ενθουσιάζεται και σαρκάζει, και βρίσκει την έκφρασή του σε μια ζωηρή, λαγαρή όσο και σκαμπρόζικη εξιστόρηση, που χωνεύει εντός της λυρικές εξάρσεις, εφηβική αργκό, χιούμορ, αναστοχασμό και διακειμενικά δάνεια.
Δύο είναι τα βασικά στάδια ωρίμανσης της κεντρικής ηρωίδας σε αυτό το ιδιότυπο Bildungsroman: αφ’ ενός η αργή αλλά εν τέλει ολοκληρωτική αποδοχή της ταυτότητάς της ως ίντερσεξ ατόμου, που συνοδεύεται από μια διευρυμένη αντίληψη περί της σεξουαλικότητάς της («[…] εγώ η κοπέλα που οδεύει προς μια ανατομία η οποία δεν θα καθορίσει το πεπρωμένο της. Διότι ζυγίζοντας καλά τα πάντα, προτιμώ χίλιες φορές το ενδιάμεσο στάδιο, ένα συνονθύλευμα ούτε ανδρικό ούτε γυναικείο, που θέλω να γίνει η δική μου συνθήκη»), και αφ’ ετέρου η συνειδητοποίηση του ασύστατου, υποκριτικού χαρακτήρα των αξιών οι οποίες διέπουν τη λειτουργία του Liberty House, όπως η άνευ όρων αγάπη και η αποδοχή της διαφορετικότητας, όταν κονταροχτυπηθούν με την επείγουσα πραγματικότητα.
Η τελευταία εισβάλλει στον αυθύπαρκτο, απομονωμένο κόσμο της κοινότητας με τη μορφή μιας ομάδας προσφύγων, τους οποίους οι κάτοικοι του Liberty House αποφασίζουν να εκδιώξουν. Το γεγονός αυτό επιδρά αποφασιστικά στην προώθηση της κριτικής σκέψης της Φαρά: Απογοητευμένη από την ξενοφοβική στάση των συγκατοίκων της, αποφασίζει να εγκαταλείψει αυτοβούλως την κοινότητα. Οι δεσμοί, ωστόσο, που τη συνδέουν με το Liberty House αποδεικνύονται εν τέλει –μετά και την τελευταία, απρόσμενη στροφή της πλοκής στο τέλος του βιβλίου– ανθεκτικότεροι, τα ιδανικά με τα οποία γαλουχήθηκε, όσο διέμενε εντός της κοινότητας, ισχυρότερα. «Η κληρονομιά μου έγκειται και σ’ αυτό, στη βεβαιότητα πως η εξαίρεση πρέπει να υπερισχύει του κανόνα, στην πεποίθηση ότι η ζωή μπορεί να είναι μόνο ατελής και η ομορφιά μόνο τερατώδης», διατείνεται προς το τέλος του βιβλίου η Φαρά, οραματιζόμενη έναν άλλον κόσμο, εμφορούμενη από ένα πάθος αλλαγής, έτοιμη να ιδρύσει μια νέα, κινητή κοινότητα «που θα μάθαινε από τα λάθη της παλιάς».
Αν και η αφήγηση κλείνει σε υψηλούς, αγωνιστικούς τόνους, που ενδύονται μάλιστα ένα θρησκευτικό περίβλημα, με την πρωταγωνίστρια να έχει υπερβεί τη διαρκή ταλάντευσή της, την καταστατική αμφισημία του σώματός της και της ύπαρξής της και να έχει βρει πια τη θέση της στον κόσμο, το λογοτεχνικό κέντρο βάρους του μυθιστορήματος εντοπίζεται μάλλον στην ίδια την ταλάντευση, στον μετεωρισμό και όχι στην υπέρβασή του. Το γεγονός δε ότι από την αναπαράσταση αυτής της ταλάντευσης απουσιάζει η σοβαροφάνεια πρέπει να προσμετρηθεί αναμφίβολα στις αρετές του βιβλίου της Μπαγιαμάκ-Ταμ: Στην «Αρκαδία» η ρευστότητα του φύλου αξιοποιείται λογοτεχνικά με τρόπο άμεσο και παιγνιώδη, ευθύβολο κι ευφρόσυνο.
