ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κωνσταντίνα Κορρυβάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Γιατί ζωή είναι οι άλλοι και η ζωή είναι όταν οι άλλοι σ’ ακουμπάν κι όταν γυρνούν προς εσένα τα σώματα των ανθρώπων», γράφει στο Μυθιστόρημά του ο Γιώργος Χειμωνάς. Και τι περιπέτεια είναι αυτή. Η περιπέτεια της ζωής που το λογοτεχνικό είδος του μυθιστορήματος την έχει σταθερά υμνήσει.

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης, δηλαδή Bildungsroman (εκδ. Κίχλη, 2021), επιλέγει να βαφτίσει το πρώτο του βιβλίο ποίησης ο ήδη γνωστός και βραβευμένος ως πεζογράφος Ακης Παπαντώνης (γενν. 1978). Με δύο βιβλία πεζογραφίας πίσω του (Καρυότυπος το 2014 και Ρηχό νερό, σκιές το 2019) κι έχοντας μεταφράσει πρόσφατα ποιήματα του διηγηματογράφου Ρέιμοντ Κάρβερ (Εκεί που είχαν ζήσει, Κίχλη), ο Παπαντώνης αποφασίζει να δοκιμαστεί στην ποίηση.

Καταθέτει τριάντα τέσσερα ποιήματα θραυσματικών αλλά γραμμικών αναμνήσεων και μας συστήνεται μέσα από μια ποιητική αφήγηση που εξιστορεί την προσωπική του περιπέτεια. Κάθε ποίημα αντιστοιχεί και σε ένα ημερολογιακό έτος. Ο Παπαντώνης επιστρέφοντας στη γέννησή του, την παιδική, εφηβική και μετεφηβική ηλικία -με γκρίζο φόντο το διαζύγιο των γονιών-, τις σπουδές, τη μετανάστευση, τον έρωτα, τη συντροφικότητα και την πατρότητα, αποδεικνύει πως μπορεί να γράψει και ποιήματα.

Τη στιγμή που κόσμος πολύς, ποιητές και ποιήτριες αφοσιωμένοι στην τέχνη τους δεν βρίσκουν το συγκινησιακά ειλικρινές κέντρο του Παπαντώνη. Τα καλύτερα ποιήματα της συλλογής είναι, νομίζω, εκείνα που μιλούν για τον πατέρα. Καθώς τα διαβάζουμε ο δύσκολος, γόρδιος δεσμός του αίματος γίνεται κόμπος στον λαιμό. Χαρακτηριστικό το ποίημα «κυριακές μετά το σάββατο, 1991»:

«[…] τις πρώτες μόνο φορές επιχείρησες 
να με φιλήσεις στο κεφάλι […]

και στην πλατεία φωνές 
παιδιών που τους μάθαινε
 ποδήλατο ο μπαμπάς»

Λιγότερο πετυχημένα τα ποιήματα που βρίσκονται κοντά στο σήμερα. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως μένουν ανολοκλήρωτα. Τα ποιήματα που δεν λειτουργούν το ίδιο δραστικά αφορούν παροντικές εμπειρίες, για τις οποίες ο Παπαντώνης δεν έχει βρει ακόμη τρόπο εξόρυξης και διαχείρισης του βιωματικού του υλικού, ώστε τα ψυχικά κοιτάσματα να σμιλευτούν σε στίχους πιο διαυγείς, πιο αιχμηρούς. Η μικροτεχνική του στίχου του είναι που φανερώνει τις όποιες αδυναμίες της πρώτης αυτής ωραίας ποιητικής δοκιμής.

Αν πρέπει να μπούμε στη συζήτηση των επιρροών, ας μη σταθούμε πολύ στον Κάρβερ. Η μεταφραστική εργασία του Παπαντώνη στα ποιήματα του Αμερικανού μπορεί να ήταν μια ενθάρρυνση. Στην ουσία της, όμως, στη σύλληψη και στη θεματική η συλλογή Βildungsroman θυμίζει -σε άλλο είδος και κλίμακα- την πρόθεση του αυτοβιογραφούμενου σύγχρονου Νορβηγού πεζογράφου Καρλ-Ούβε Κνάουσγκορντ.

Τα coming of age έργα, άλλωστε, έχουν εκφράσει μέσα στα χρόνια (με την εξαίρεση βιβλίων όπως η Τζέιν Εϊρ) κυρίως την ανδρική συνθήκη. Τη διάθεση να αποτυπωθεί αυτό το μεγάλωμα των σημερινών σαραντάρηδων μέσα από τις δεκαετίες του ’80, του ’90 και του millennium βρίσκουμε και στον Παπαντώνη, στο «μεταίχμιο ποίησης και πρόζας», όπως διαβάζουμε και στο οπισθόφυλλο.

Αφού μιλήσαμε για πρώτα βήματα, ας μιλήσουμε και για σταθερές πορείες. Οπως αυτή του Παναγιώτη Μηλιώτη που κυκλοφόρησε πρόσφατα την τρίτη του ποιητική συλλογή Λιώναν με τις μπότες το χορτάρι (Ενύπνιο, 2021). Εχει προηγηθεί η βραβευμένη ποιητική συλλογή Μία ανάσα δρόμο (Ars Nocturna, 2013) και Το σκίτσο στην ντουλάπα (Θράκα, 2017 και β΄ έκδοση Ενύπνιο, 2020).

Αν στο βιβλίο του Παπαντώνη έχουμε έναν στενότερο κύκλο ανθρώπων (οικογένεια-φίλοι-σύντροφοι), τον Μηλιώτη στα είκοσι οχτώ του ποιήματα τον αγγίζει -κατά τον Χειμωνά της πρώτης μας παραγράφου- το σώμα της κοινωνίας. Ενα πλήθος ανθρώπων, ένα πλήθος «άλλων» πρωταγωνιστεί στα ποιήματα θέσης, πολιτικής θέσης, του Μηλιώτη.

Υπάρχει ένα σκιώδες μα αδιαπραγμάτευτο «εμείς/αυτοί» ήδη από τον τίτλο του βιβλίου. Στην ακύμαντη θεματική του Μηλιώτη ξέρουμε λίγο-πολύ τι να περιμένουμε και ποιήματα όπως η «Απόλυση» ή το αφιερωμένο στη μνήμη της Τοπαλούδη ποίημα «Σου ‘κρυβε την όψη του φονιά», το επιβεβαιώνουν. Τα διαλυμένα σωματεία, το οχτάωρο της υποτίμησης, οι συμβάσεις που λήγουν χωρίς ανανέωση, τα εργατικά ατυχήματα και η ανεργία είναι τα ζητήματα που σταθερά απασχολούν τον Μηλιώτη και σ’ αυτό το βιβλίο κυριαρχούν ως απάνθρωπη ρουτίνα.

Από τα ποιήματα που ξεχωρίζουν για το ύφος και την κριτική τους, το αλλιώτικα επετειακό ποίημα «Ο Ηχος του Χρήματος», όπου ο Μηλιώτης δίνει τον λόγο στον τυφλό και επαίτη πια αγωνιστή Νικηταρά, καθώς και το ποίημα «Οδός Τυφεκιοφόρου Αριθμός: 30 ετών 7 μηνών και 12 ημερών» στο οποίο ο Μηλιώτης συνομιλεί με το θεατρικό έργο «Βόιτσεκ» του Μπίχνερ.

Γράφει ο Μηλιώτης και κλείνω μ’ αυτό το απόσπασμα:

«[…] Ολα κρυφά κι αμείλικτα – κι όσοι αρνούνται/να κρύβουν και να κρύβονται/ ώς το φεγγάρι ανεβαίνουν/ κι απ’ τον εξώστη τους προβολείς ανάβουν/ …άδεια ψυγεία… απλήρωτοι λογαριασμοί… κι ο λύκος/ με μαχαιροπίρουνο να τρώει στο ίδιο τραπέζι/ με το λοχαγό και το γιατρό και πριν ακουμπήσω/ το κλειδί στην πόρτα, ανοίγει και τρακάρω τον Βόιτσεκ,/ λαχανιασμένος κρατά το σύνηθες, ματοβαμμένο όπλο,/ τον κοιτώ κατάπληκτος και πριν μιλήσω – Δεν σκότωσα τη Μαρία μου λέει – ».

Ο δημιουργικός διάλογος των τεχνών, σκέφτομαι, είναι πάντα ένας τρόπος να αποτρέψει κανείς τη διολίσθηση στην μπαναλιτέ της καταγγελτικής, ξύλινης γλώσσας.