Ελληνες εξερευνητές και κονκισταδόροι (κατακτητές) έδρασαν, τον 16ο αιώνα, στην υπηρεσία της μεγάλης αποικιοκρατικής δύναμης της εποχής, την Ισπανία.
Αυτή η πτυχή της Ιστορίας της ελληνικής διασποράς «ξεδιπλώνεται» μέσα από ιστορικά αρχεία της Ισπανίας και αποτυπώνει την εικόνα των Ελλήνων ως πολεμιστών αλλά κυρίως ως ναυτικών, που έφυγαν από τον τότε ελληνικό χώρο για να γλιτώσουν από την τουρκική σκλαβιά.
Ειδικά, για τους Ροδίτες φαίνεται ότι ένας ακόμα λόγος που οδηγήθηκαν στην ξενιτιά ψάχνοντας για μια καλύτερη τύχη ήταν και ο καταστροφικός σεισμός του 1515.
Πολλοί απ’ αυτούς έχουν παίξει σπουδαίο ρόλο στην ιστορία των εξερευνήσεων, όπως ο Κεφαλονίτης Ιωάννης Φωκάς, που ανακάλυψε το στενό του σημερινού Βανκούβερ στον Καναδά ή ο Φραγκίσκο Αλμπο από τη Χίο, ο οποίος διέσωσε στο ημερολόγιό του όλα τα δραματικά γεγονότα από τον γύρο του κόσμου που οργάνωσε ο Μαγγελάνος.
Ωστόσο, στην ιστορία των κατακτήσεων σημαντική μορφή είναι ο Πέτρος ο Κρητικός ή Πέδρο ντι Κάντια (Κάντια ονομαζόταν η Κρήτη), όπως ονομάστηκε στα ισπανικά, που έφυγε από τη σκλαβωμένη Κρήτη και θεωρείται ο πρώτος Ευρωπαίος που πάτησε στην περιοχή των Ινκας.
Ο Πέτρος γεννήθηκε, πιθανόν στο Ηράκλειο, το 1485 (ή το 1494), από οικογένεια ιταλικής καταγωγής. Μεγαλώνοντας εντάχθηκε στην ισπανική βασιλική φρουρά, πολέμησε τους Τούρκους στην Ιταλία και πήρε μέρος σε διάφορες μάχες στην Αλγερία και στη Λιβύη, όπου αναδείχτηκε σε εξέχοντα πυροβολητή.
Με την επιστροφή του στην Ισπανία εγκαταστάθηκε στο Βιλαλπάντο, όπου έκανε οικογένεια και όπως φαίνεται γνωρίστηκε με έναν άλλον Ελληνα, ονόματι Γιώργο (Χόρχε Γκριέγκο, στα ισπανικά).
Για τη ζωή του Χόρχε δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα, εκτός από τη γέννησή του το 1504 στην Ελλάδα.
Οταν ο Πέτρος, μαγεμένος από τα νέα για τα πλούτη των νέων αποικιών στην Καραϊβική, αποφάσισε, το 1526, να ξεκινήσει για τον Παναμά, ο Χόρχε τον ακολούθησε.
Μαζί αποφάσισαν ν’ ακολουθήσουν τον Πιζάρο στην κατάκτηση του Περού και εκεί, όπως φαίνεται από πολλές πηγές, ο Πέτρος ως εμπειρότερος είχε χριστεί διοικητής του πυροβολικού.
Ενας σύγχρονος του Πέτρου, ο Γκαρκιλάσκο ντε λα Βέντα σε μια εξιστόρησή του («Αληθινός σχολιασμός για τους Ινκας», σελ. 313) τον περιγράφει ως έναν ισχυρό, γενναίο, καλό Χριστιανό άνδρα επιβλητικού μεγέθους και σωματικής διάπλασης.
Φτάνοντας στο Περού, ο Πέτρος ζήτησε από τον Πιζάρο να του επιτρέψει να εξερευνήσει την κοιλάδα του Τούμπεζ. Ετσι, θεωρείται ο πρώτος Ευρωπαίος, που αποβιβάστηκε στην επικράτεια των Ινκας. Η περιγραφή του Γκαρκιλάσκο, που προέρχεται από περιγραφές τρίτων, είναι διανθισμένη με πολλούς μύθους.

Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτή ο Πέτρος κατέβηκε στην ακτή ντυμένος με εντυπωσιακό στρατιωτικό τρόπο, φορώντας πανοπλία και οπλισμένος με σπαθί και ασπίδα, ενώ στο δεξί του χέρι κρατούσε έναν ξύλινο σταυρό, μήκους 3 ποδιών (περίπου ενός μέτρου).
Προχώρησε με σιγουριά στην πόλη και έναν αέρα κυριαρχίας, προκαλώντας την κατάπληξη των ιθαγενών που αναρωτήθηκαν αν ο γενειοφόρος νεοφερμένος ήταν άνθρωπος ή θεός! Τότε, σύμφωνα με τον μύθο, οι πρεσβύτεροι των Ινκας για να διαπιστώσουν εάν ήταν θεός άφησαν εναντίον του μια τίγρη και έναν ιαγουάρο (είδος πούμα). Ο Πέτρος ατάραχος έδειξε στα δυο άγρια ζώα τον σταυρό και αυτά πήγαν και κάθισαν ήσυχα στα πόδια του. Ετσι, πείστηκαν οι Ινκας ότι είναι θεός και άρχισαν να τον λατρεύουν σαν γιο του ήλιου.
Αλλες πηγές, λιγότερο «ρομαντικές», δίνουν μια εκδοχή, πιο κοντά στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την οποία ο Πέτρος βλέποντας τους εντυπωσιασμένους ιθαγενείς πυροβόλησε με ένα πυροβόλο όπλο εναντίον ενός στόχου προκαλώντας τους τρόμο.
Κάπως έτσι μπόρεσε και είδε τα κτίριά τους, διανθίζοντας την περιγραφή του με την ύπαρξη αμύθητων θησαυρών για να προσελκύσει το ενδιαφέρον του βασιλιά της Ισπανίας, ώστε να χρηματοδοτήσει μια νέα, μεγαλύτερη αποστολή στο Περού, όπως και έγινε.
Σε αυτή τη νέα αποστολή ο Πιζάρο με περίπου 200 στρατιώτες, ανάμεσά τους τον Πέτρο και τον Χόρχε τον Ελληνα, διαθέτοντας τα πιο σύγχρονα όπλα της εποχής κατέσφαξαν 7.000 Ινκας στην περίφημη μάχη της Καχαμάρκα, τον Νοέμβριο του 1532.
Οι δυο Ελληνες πήραν το μερίδιό τους από τα πλούσια λάφυρα και τους δόθηκε η κυριαρχία σε διάφορες εκτάσεις. Ωστόσο, παραμένοντας εκεί ενεπλάκησαν σε δύο ισπανικές εμφύλιες συγκρούσεις για την κυριαρχία του Περού, ο Πέτρος ως πυροβολητής και ο Χόρχε φτιάχνοντας πυρίτιδα.
Σε μια από τις μάχες, στις 16 Σεπτεμβρίου 1542, στο Τσούπας του Περού, ο Πέτρος σκοτώθηκε από συμπολεμιστές του θεωρώντας ότι τους πρόδωσε καθώς κάποιες βολές του ήταν άστοχες.
Αντίθετα, ο Χόρχε κατάφερε να βγει ζωντανός και το 1545 επέστρεψε στην Ισπανία και εγκαταστάθηκε στη Σεβίλη, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Ιωάννης Φωκάς: Ο Κεφαλονίτης που ανακάλυψε το Βανκούβερ
Ο Ιωάννης Φωκάς (Κεφαλονιά 1536-1602), Χουάν ντε Φούκα (Juan de Fuca), στα ισπανικά, γεννήθηκε στον Βαλεριάνο της Κεφαλονιάς. Ο παππούς του, Εμμανουήλ Φωκάς, είχε φύγει από την Κωνσταντινούπολη μετά την άλωση (1453) και μαζί με τον αδελφό του Ανδρόνικο εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο, απ’ όπου μετακόμισε το 1470 στην Κεφαλονιά. Ενα από τα παιδιά του, ο Ιάκωβος, πατέρας τού Ιωάννη Φωκά, εγκαταστάθηκε στον Βαλεριάνο.
Για τον Ιωάννη είναι πολύ λίγα γνωστά πριν μπει στην υπηρεσία του ισπανικού ναυτικού περίπου το 1555. Ο Χουάν έγινε, το 1587, κυβερνήτης σε ένα ιστιοφόρο τύπου Γκαλεόν (μεγάλο, πολυεπίπεδο ιστιοφόρο που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ως ένοπλο μεταφορικό), κάνοντας ταξίδια από το Μεξικό στις Φιλιππίνες και στην Κίνα. Ωστόσο, σε ένα ταξίδι δέχτηκε επίθεση έξω από την Καλιφόρνια από έναν Αγγλο πειρατή και το πλοίο του βυθίστηκε. Ο Χουάν επέζησε, αλλά έχασε όλη την περιουσία του.
Το 1592 ο αντιβασιλέας του Μεξικού, το οποίο ήταν τότε ισπανική κτήση, τον διέταξε να ξεκινήσει ένα ταξίδι για να εξερευνήσει το παραμυθένιο στενό του Ανιάν, σημερινό Βανκούβερ, λιμάνι του Καναδά.
Το πρώτο ταξίδι, που έγινε υπό τη διοίκηση ενός Ισπανού καπετάνιου, ήταν ανεπιτυχές διότι εκδηλώθηκε ανταρσία του πληρώματος και τα πλοία αναγκάστηκαν να επιστρέψουν. Στο δεύτερο ταξίδι ανέλαβε ο Χουάν τη διακυβέρνηση ενός ιστιοφόρου «Γκαλεόν», επανδρωμένο με στρατιώτες. Ξεκίνησαν από το Ακαπούλκο και κατευθύνθηκαν πολύ βόρεια μέχρι που βρήκανε το στενό του Ανιάν. Ο Χουάν ντε Φούκα επέστρεψε στο Ακαπούλκο και περιέγραψε το γεωγραφικό πλάτος και τη γεωγραφική σύνθεση του στενού.
Ωστόσο, ο αντιβασιλιάς του Μεξικού δεν τον πλήρωσε ποτέ για τις υπηρεσίες του. Απογοητευμένος ο Χουάν επέστρεψε στην Ισπανία και καθώς και εκεί δεν δικαιώθηκε αποφάσισε να γυρίσει στην Κεφαλονιά. Τότε, συνάντησε τον Αγγλο Μάικλ Λοκ, ο οποίος κατέγραψε τα ταξίδια του Χουάν ντε Φούκα και προσπάθησε να τον πείσει να ενταχθεί στο αγγλικό ναυτικό. Τελικά δεν κατέληξαν σε συμφωνία και ο Χουάν αποσύρθηκε στην πατρίδα του, στην Κεφαλονιά, όπου πέθανε το 1602.
Σήμερα το στενό στο Βανκούβερ φέρει το όνομά του και ονομάζεται στενό Χουάν ντε Φούκα.
Ελληνες στα πληρώματα του Μαγγελάνου
Στο μεγάλο ταξίδι για τον γύρο του κόσμου, που ξεκίνησε να κάνει ο Μαγγελάνος από το 1519 έως το 1522, υπήρχε ένα πολυεθνικό πλήρωμα καθώς στα πλοία εκτός από Ισπανούς βρίσκονταν Ελληνες, Ιταλοί, Πορτογάλοι, Αγγλοι, Γάλλοι και Γερμανοί ναυτικοί.
Σε ένα ιστορικό άρθρο του προ ημερών απολεσθέντα ελληνιστή καθηγητή Luis Gil Fernández διαβάζουμε ότι στα τέσσερα από τα πέντε πλοία της αποστολής υπήρχαν Ελληνες ναυτικοί. Η συντριπτική πλειονότητα αυτών των πρωτοπόρων ναυτικών, συμπεριλαμβανομένου του Μαγγελάνου, πέθανε στην διάρκεια του ταξιδιού. Διασώθηκαν μόνο 18 από τους 237 άνδρες του αρχικού πληρώματος. Μεταξύ των 18 επιζώντων ήταν και οι εξής τέσσερις Ελληνες:
α) Francisco Albo (Φραγκίσκο Αλμπο). Καταγόταν από τη Χίο, αλλά εικάζεται ότι είχε ιταλική καταγωγή. Ηταν πλοηγός στη ναυαρχίδα της αποστολής, στην οποία επέβαινε και ο Μαγγελάνος, το «Σαντισίμα Τρινιδάδ». Μετά τη βύθιση του πλοίου πέρασε ως πιλότος στο μοναδικό πλοίο που επέστρεψε στην Ισπανία, το «Βικτόρια». Ηταν ο μόνος που κρατούσε ημερολόγιο στο μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού και αυτό αποτέλεσε την κύρια πηγή γνώσης του μεγάλου ταξιδιού.
β) Miguel de Rodas (Μιχάλης από τη Ρόδο). Ηταν πλοηγός στο «Βικτόρια». Αργότερα έγινε Ιππότης του Σαντιάγο και χρίστηκε αρχηγός πλοηγός της Αυτού Μεγαλειότητας
γ) Nicholas the Greek (Νικόλας ο Ελληνας). Καταγόταν από το Ναύπλιο και ήταν ναύτης στο «Βικτόρια». Αργότερα έγινε ιδιοκτήτης πλοίου και πήρε μέρος και σε άλλη επικίνδυνη αποστολή.
δ) Miguel Sanchez. Καταγόταν από ισπανική οικογένεια ξεπεσμένων ευγενών και έμενε στη Ρόδο. Πήγε στην αποστολή ως διερμηνέας.
Στο «Βικτόρια» βρισκόταν ακόμα ο Φίλιππος από τη Ρόδο, συγγενής του Μιχάλη και ο επίσης Ναυπλιώτης Γιαννακός ο Ελληνάρας (Giannacós «el Helinaras»), Οι δυο τελευταίοι δεν διασώθηκαν, όπως και ο Συμεών από τη Χίο (Simón de Asio) και ο Ματθαίος ο Κερκυραίος (Mateo de Corfu), που βρίσκονταν στο πλοίο «Κονσεπσιόν».
Για τον Γιαννακό έχει γραφτεί ότι εγκαταλείφθηκε τον Ιούλιο του 1521 στο Βόρνεο, μαζί με έναν επίδοξο κυβερνήτη πλοίου, έπειτα από έναν αλληλοσπαραγμό Ισπανών, που ακολούθησε τον θάνατο του Μαγγελάνου. Μια άλλη εκδοχή, πιο απίθανη, θέλει να εγκατέλειψε εκεί το πλοίο μαζί με τον Ματθαίο και από τότε χάθηκαν.
Επίσης, φαίνεται ότι και ο Συμεών εγκατέλειψε το πλοίο στη νότια Αφρική, απ’ όπου κατάφερε να επιστρέψει στην Ισπανία, όπου έκανε οικογένεια και έζησε στην περιοχή της Εξτρεμαδούρα.
Ο Αντώνης από τη Ρόδο και ο Γιάννης από τη Χίο
Με το όνομα Anton de Rodas (Αντώνης από τη Ρόδο) αναφέρονται, σε ισπανικά αρχεία, δύο άτομα.
Ο ένας χαρακτηρίζεται ως «σεβαστός Ελληνας πλοίαρχος και κυβερνήτης δυο ισπανικών πλοίων», που έκανε αρκετά ταξίδια από τη Λίμα του Περού στον Παναμά τη δεκαετία του 1540 και τελικά εγκαταστάθηκε στη Λίμα. Ο άλλος ήταν «γλύπτης και ξυλογλύπτης» αλλά αναφέρεται επίσης «ως αργυροχόος και ζωγράφος». Εζησε στα τέλη του 16ου αιώνα και έφτιαξε ασημικά και γλυπτά διαφόρων ναών και μοναστηριών κυρίως σε αποικίες της νοτίου Αμερικής.
Για τον Γιάννη από τη Χίο (Juan de Chio) δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα, εκτός από το ότι έκανε πολλά ταξίδια στον Ειρηνικό ωκεανό, στο ύψος της Χιλής. Η διαφορά ήταν ότι ενώ οι περισσότεροι καπετάνιοι ταξίδευαν τότε σ’ αυτή την περιοχή οπτικά, εκείνος ταξίδευε (1540) με έναν αστρολάβο, έναν πίνακα πλοήγησης και τρεις πυξίδες του ναυτικού.
