Στην ουσία έχει αρχίσει να βράζει η κοινωνία. Ως προς τα σχολεία, αν η ερώτηση σήμερα είναι «πώς θα θέλατε να λειτουργεί το σχολείο;», «ποια θα ήταν η βέλτιστη εξέλιξη;» κ.λπ., κ.λπ. -ξεκινώντας από τη νηπιακή και διανύοντας τις βαθμίδες της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, για να φτάσουμε στα Λύκεια (Γενικά και Επαγγελματικά) και, από κει, στα μεγάλα σχολεία (Πανεπιστήμια)-, τότε η απάντηση που θα δίναμε θα μας αποκάλυπτε, εν πολλοίς, πώς φανταζόμαστε την ελληνική κοινωνία ύστερα από 20-25 χρόνια. Ολα τα παιδιά της ηλικιακής ομάδας 5 έως 17-18 χρόνων σήμερα, θα σχηματίζουν το κοινωνικό ανάγλυφο και θα είναι κρίσιμος ιστός των κοινωνικών επιλογών της Ελλάδας του 2050. Σίγουρα, μερικά, θα κυβερνούν το καράβι. Με άλλα λόγια, η απάντηση στο ερώτημα για την αποστολή (ή τις αποστολές και τους ρόλους) του σχολείου (ή του Πανεπιστημίου) προϋποθέτει κατ’ αρχήν απάντηση -από την πλευρά όλων μας- στα ερωτήματα «τι χώρα θέλουμε;», «πώς την ονειρευόμαστε;», «πώς θα την έχουμε;».
Βεβαίως, είμαστε της υπερβολής και όχι της κατανόησης· με πολλούς ήρωες και λίγους να κάνουν τη δουλειά τους· με το μάτι κολλημένο πάνω στα παιδιά μας που λατρεύουμε· με αρκετούς γονείς «τρελαμένους» -άλλοι τηλεφωνούν στην εταιρεία προστασίας της άγριας πανίδας και άλλοι νομίζουν ότι οι βλαστοί τους είναι «ο ημίθεος Ηρακλής»-, καθώς βλέπουν τα φίδια στην κούνια του μωρού. Ξανά, όπως στα άλλα καίρια ζητήματα, τα πράγματα στα σχολεία δεν πάνε και πολύ καλά. Για να λέμε πικρές αλήθειες, σε πολλά επίπεδα δεν πάνε καθόλου καλά.
Τα γεγονότα στα ΕΠΑΛ της Σταυρούπολης θα έπρεπε να ανησυχήσουν πρώτα την κυβέρνηση και όλες τις δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου. Το θέμα των σχολείων, της εκπαίδευσης και της παιδείας μόνο εισαγγελική-νομική διάσταση δεν έχει. Δεν είναι αντικείμενο καταστολής (και, μετά, κανονικότητα). Είναι η ουσία της ελεύθερης, σκεπτόμενης, δημοκρατικής κοινωνίας και, βέβαια, δεν είναι πεδίο ασκήσεων τραμπούκων και κουκουλοφόρων.
Ομως, οι συζητήσεις, οι αντεγκλήσεις για καταλήψεις σχολείων και οι καθημερινές τοποθετήσεις που έχουν κάνει επίκαιρο το θέμα, δείχνουν παγιωμένες ατολμίες, αδιαφορίες και φτώχεια διαλόγου. Εάν ήθελε να είναι ειλικρινής, πρώτη η υπουργός οφείλει να αναγνωρίσει ότι το δημόσιο σχολείο διαφέρει μεν σήμερα από αυτό που ήταν κάποτε, προχώρησε -όπως προχώρησε-, εξαιτίας της πανδημίας, αλλά απέχει πολύ από αυτό που θα όφειλε και μπορεί να είναι. Και εάν οι κυβερνώντες θα ήθελαν να αναζητήσουν τη ρίζα του κακού στο κράτος, στην επικατάρατη λέξη «Δημόσιο», σε κακούς και όμηρους διευθυντές ή σε ομάδες εγκληματικών μαθητών και κουκουλοφόρων, θα μπορούσαν να συνοψίσουν επιεικώς την κατάσταση στα σχολεία με μία μόνο λέξη: αποτυχία. Το δημόσιο σχολείο δεν μας δωρίζεται. Και επειδή είναι δημόσιο, δεν σημαίνει ότι είναι ταγμένο να παρέχει φτωχές υπηρεσίες για φτωχούς. Αλλά η κυβέρνηση και η υπουργός έχουν άλλη άποψη. Εγκωμιάζουν το ιδιωτικό αγαθό, θεοποιούν «την επιχείρηση της αγοράς». Αυτό που τους εξυπηρέτησε, τώρα το υπηρετούν, αδιαφορώντας για το καταραμένο δημόσιο αγαθό. Αλλά το ιδιωτικό σχολείο και το ιδιωτικό Πανεπιστήμιο είναι ακριβώς «ιδιωτικά» όσο κι ένα καυτό κάστανο: αποκλείουν αμέσως όσους δεν μπορούν να πληρώσουν για να το έχουν.
Το πάθος, η χαρά, οι δημιουργικές αρετές του σχολείου του 21ου αιώνα απουσιάζουν. Το σχολείο της κοσμιωτάτης, η τάξη του zoom (αρκεί να λέμε πως λειτουργεί), το υποτακτικό σχολείο χάνει την πολυτέλεια της σκέψης, τη θερμοκρασία του, την αύρα της καθαρής αντίληψης και της ανόθευτης βούλησης. Αλλά αυτά, βλέπετε, είναι εγελιανές ή ντιρκεμιανές ασκήσεις – άγνωστα στον πρωθυπουργό και την υπουργό του. Η κυβέρνηση κάνει «μεταρρυθμίσεις» -εν μέσω πανδημίας- διορθώνοντας απλώς αυτά που νομίζει πως είναι παρεκτροπές. Και με νέες παρεκτροπές ετοιμάζει στρατό καχύποπτων, κουρασμένων και οργισμένων· πάντως όχι σχολείο.
Τούτων δοθέντων, αδυνατούμε να παρακολουθήσουμε τον καταναγκασμό, τα γιατροσόφια και τη λογική του σκουπιδοτενεκέ για τη δημόσια παιδεία. Οι μονομανίες δεν απαξιώνουν απλά το σχολείο. Φτωχαίνουν και δυναμιτίζουν τη χώρα.
Είναι μελαγχολική η σκέψη ότι ούτε το κοινό αίσθημα ούτε η κοινή λογική ούτε καν το έλεος είναι επαρκείς λόγοι για να έχουμε «το σχολείο που θέλουμε». Σίγουρα, κάτι βράζει. Και αυτό το κάτι δεν προοικονομεί κανένα καλό για κανέναν. Αργά έστω, είναι μια υπαρξιακή βάση πάνω στην οποία οφείλουμε να σκεφτούμε και να πράξουμε. Η τυπολατρία, ο φορμαλισμός, η αμάθεια, η αδιαφορία, το εγκώμιο της βαρβαρότητας ενάντια στον πολιτισμό υπερτερούν· και δεν δημιουργούν υπόβαθρο απλωσιάς, αποτελεσματικότητας και κύρους κανενός σχολείου και καμίας εκπαιδευτικής διαδικασίας – καμίας κοινωνίας και οικονομίας του 21ου αιώνα.
