Με το όπλο παρά πόδα περιμένουν τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας την Πέμπτη τα επονομαζόμενα «γεράκια» της νομισματικής πολιτικής, με πρώτον τον Γερμανό κεντρικό τραπεζίτη Γενς Βάιντμαν που διακριτικά ήδη από την περασμένη εβδομάδα θύμισε ότι η πολιτική του φτηνού χρήματος και των αθρόων αγορών ομολόγων για τη στήριξη της ανάκαμψης στην ευρωζώνη «δεν μπορεί να συνεχίζεται για πάντα».
Οι σκληροί μονεταριστές της Bundesbank αλλά και της αυστριακής κεντρικής τράπεζας (με τον διοικητή της Ρόμπερτ Χόλτσμαν) θεωρούν εαυτούς απολύτως δικαιωμένους από τα στοιχεία για την αύξηση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη τον Αύγουστο στο 3% (σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat), δηλαδή αρκετά πάνω από τον βελτιωμένο στόχο της ΕΚΤ για 2%+, που με μεγάλη δυσκολία πέρασε στην τελευταία συνεδρίαση της ηγεσίας της ΕΚΤ τον Ιούλιο.
Τα πρακτικά της επίμαχης συνεδρίασης, που δόθηκαν προ μηνός στη δημοσιότητα, φανέρωσαν ότι το μέτωπο της λιτότητας και της νομισματικής σύσφιγξης, το οποίο έδειξε ανοχή στη διάρκεια της πανδημίας προφανώς γιατί και οι ισχυρές χώρες του ευρώ -όπως η Γερμανία- είχαν ανάγκη την άφθονη και φτηνή ρευστότητα, τώρα ανασυγκροτείται και επανέρχεται δριμύτερο.
Το επιχείρημα του πληθωρισμού, παρότι ακόμη και το καταγραφόμενο 3% απέχει πολύ από το να ενσωματώσει τις ιλιγγιώδεις αυξήσεις στις διεθνείς τιμές της ενέργειας, βασικών βιομηχανικών αγαθών και πρώτων υλών και των τροφίμων, προσφέρεται ως ιδεώδες πρόσχημα και μάλιστα με «λαϊκό έρεισμα» στην ευρισκόμενη στην τελική ευθεία των εκλογών Γερμανία, μια κοινωνία «εκπαιδευμένη» με τον φόβο του πληθωρισμού.
Προς το παρόν είναι απίθανο η πίεση των σκληρών μονεταριστών κεντρικών τραπεζιτών να επηρεάσει τις αποφάσεις για τα επιτόκια, που θα μείνουν αμετάβλητα, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για το έκτακτο πρόγραμμα αγορών ομολόγων ύψους 1,85 τρισ. ευρώ που έχει από την αρχή της πανδημίας υιοθετήσει και εφαρμόζει η ΕΚΤ. Αυτό στο οποίο «επενδύουν» τα γεράκια είναι να αρχίσει η ΕΚΤ να περιορίζει τις μηνιαίες αγορές περιουσιακών στοιχείων από τα 80 δισ. ευρώ σε 50 δισ. και κάτω, να διακηρύξει οριστικά το τέλος του προγράμματος μέχρι τον προσεχή Μάρτιο και ιδεωδώς να αφήσουν κι ένα σημαντικό ποσό από το πρόγραμμα των 1,85 τρισ. αχρησιμοποίητο.
Αρωγοί στις… κακές προθέσεις των «ιεράκων» ενδέχεται να αποδειχτούν οι αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών Ρωσίας, Καναδά και Αυστραλίας, που αναμένονται τις προσεχείς μέρες. Συν τοις άλλοις οι μεγάλοι παίκτες των αγορών ομολόγων εδώ και μέρες «σπεκουλάρουν» για τον κίνδυνο αντιστροφής της νομισματικής χαλάρωσης (tapering στην οικονομική αργκό), τιμολογώντας αισθητά υψηλότερα τις αποδόσεις των ομολόγων της ευρωζώνης από τα ιστορικά χαμηλά της. Είναι προφανές ότι ένα παγκόσμιο παιχνίδι τιμολογιακής, χρηματιστικής και πολιτικής κερδοσκοπίας είναι σε εξέλιξη με βέβαιο θύμα τα νοικοκυριά και το ανεξέλεγκτα αυξανόμενο κόστος ζωής τους.
