Ενα φάντασμα, αυτό της Αλ Κάιντα, επέστρεψε στην Καμπούλ και πρόβαλε μπροστά μας. Εποχούμενο σε λιμουζίνα λευκή. Μεγάλη. Σαν αυτές τις μακρόστενες σε μαύρο που πάρκαραν στη Βουκουρεστίου, περιμένοντας να μεταφέρουν πελάτες για έναν γάμο ή μια κηδεία περιωπής. Το φάντασμα φορούσε το προσωπείο του Ουλ Χακ, που όταν ζούσε ο Μπιν Λάντεν, ήταν ο επικεφαλής της ασφάλειάς του. Σε μια στιγμή το παράθυρο της λιμουζίνας κατέβηκε. Λίγοι νέοι που πλησίασαν, έσκυψαν γεμάτοι σεβασμό και του φίλησαν το χέρι. Τους έδωσε την ευλογία του χαμογελώντας.
Μια μέρα αργότερα ο «τελευταίος στρατιωτικός» των ΗΠΑ, υποστράτηγος Κρις Ντόναχιου, που η Ιστορία θα ξεχάσει το όνομά του, εγκατέλειπε λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της Δευτέρας το αεροδρόμιο της Καμπούλ. Σαν φάντασμα υπό το πράσινο φως της νυχτερινής διόπτρας. Χωρίς να επαναλάβει την περιώνυμη φράση «θα επιστρέψω» με την οποία το 1942 ο στρατηγός Μακ Αρθουρ εγκατέλειψε τις Φιλιππίνες για να επιστρέψει νικητής εναντίον των κατακτητών Γιαπωνέζων λίγα χρόνια μετά.
Εν τω μεταξύ οι Ταλιμπάν, καθώς υποδέχονται ή αποχαιρετούν «φαντάσματα», έχουν αρχίσει τη δική τους παραγωγή ρεαλιστικών εικόνων: επιτέλεσαν και βιντεοσκόπησαν τη δολοφονία μιας γυναίκας. Επειδή ήταν γυναίκα. Και το όνομά της δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Βιετνάμ, Ιράκ, Συρία, Αφγανιστάν. Ο κατάλογος των αποτυχιών της υπερδύναμης και των συμμάχων της περιέχει μόνο τα «χάι λάιτ» και ξεχνά άλλες που δεν προσφέρουν την ίδια θεαματικότητα. Αποτυχίες που ξεκινούσαν μονότονα από υποτίθεται ευγενείς προθέσεις της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εναντίον της τρομοκρατίας. Σήμερα ωστόσο η Δύση μοιάζει να δείχνει μια θαυμαστή ψυχραιμία απέναντι στην τρομοκρατία, όχι μόνον και τόσο όταν είναι φάντασμα αλλά όταν δρα ωμά, απροσχημάτιστα, μαζικά.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση, οι ΗΠΑ μοιάζει να ψάχνουν κανάλια με τα οποία ο ισλαμικός φασισμός των Ταλιμπάν θα συγκρατηθεί και θα συναινέσει σε μια επίφαση δημοκρατικότητας, που φυσικά θα συνδυαστεί με τον εγκλωβισμό των γυναικών σε μπούργκες και αδιαφανή τζάμια, την απαγόρευση κάθε μορφής τέχνης, τη λογοκρισία στην επικοινωνία και προφανώς στην παιδεία, την αναγωγή βασανιστηρίων και εκτελέσεων στο μοναδικό δημόσιο θέαμα. Ως προνομιακό κανάλι για τέτοιες ευγενείς προσπάθειες έχει αυτοπροταθεί και ο γνωστός δημοκράτης και ειρηνοποιός, κύριος Ερντογάν.
Θαυμάζει κανείς την ψυχραιμία και τον ρεαλισμό τους. Χάριν -εννοείται- του ανθρωπισμού. Εστω και αν απορεί γιατί τα έχασαν και τα δύο πριν από δύο δεκαετίες όταν βομβάρδιζαν και διέλυαν τη γειτονική μας Γιουγκοσλαβία. Και μας αναγκάζουν να σκεφτούμε κι εμείς, ψύχραιμα και ρεαλιστικά, μήπως οι υπερπροσφορές υποτέλειας της Ελλάδας προς τις ΗΠΑ και τη Γερμανία είναι, το λιγότερο, χωρίς αντίκρισμα.
