ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Καπόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο κύκλος που ξεκίνησε στις αρχές του 2013, όταν άρχισαν οι μυστικές διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ιράν στο Ομάν, μοιάζει να ολοκληρώνεται με μια εξαίρεση που παραμένει με τα σημερινά δεδομένα άγνωστη μεταβλητή.

Η απόφαση του Ομπάμα να αναζητήσει στα τέλη του 2012 εξομάλυνση των σχέσεων με την Τεχεράνη αποτύπωνε την παραδοχή της Ουάσινγκτον ότι το σιιτικό Ισλάμ στο Ιράν, αλλά και στη Μέση Ανατολή, όχι μόνον δεν απειλεί τα δυτικά συμφέροντα αλλά αντίθετα μπορεί να αποβεί πολύτιμος σύμμαχος απέναντι στον ακραίο σουνιτικό φονταμενταλισμό, όπως αυτός εκφράζεται από την Αλ Κάιντα και τους τζιχαντιστές του «Ισλαμικού κράτους».

Η στροφή των ΗΠΑ αποσταθεροποίησε τους συμμάχους τους στην περιοχή, δηλαδή το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία, τα Εμιράτα και την Τουρκία που παρά τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς είχαν κοινό παρονομαστή τη γεωπολιτική τους υπεραξία που απέκτησαν μετά την ανατροπή του Σάχη στις αρχές του 1979 και την εγκαθίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Η ανατροπή που πυροδότησε ο Ομπάμα πέρασε από σαράντα κύματα και έδινε την αίσθηση ότι θα καταγραφόταν ως σύντομη παρένθεση καθώς, υπό τις ευλογίες του Τραμπ, μετά την απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του 2015 ο Λευκός Οίκος ενίσχυε παντοιοτρόπως την Ιερά Συμμαχία Ισραήλ, Σαουδικής Αραβίας και Εμιράτων απέναντι στο Ιράν.

Ολοι ήξεραν ότι σε περίπτωση που υπήρχε «πράσινο φως» από τις ΗΠΑ τα ισραηλινά αεροσκάφη που θα βομβάρδιζαν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν θα πετούσαν πάνω από τον εναέριο χώρο της Σαουδικής Αραβίας.

Η ήττα του Τραμπ και η εκλογή του Μπάιντεν έφερε δίχως υπερβολή την ανατροπή της ανατροπής.

Οι πρώτοι που πήραν το μήνυμα ήταν η Σαουδική Αραβία και τα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου πλην Κατάρ με το Ριάντ να αναζητεί στην αρχή την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης δι’ αντιπροσώπων με το Ιράν στην Υεμένη. Στη συνέχεια, με μεσολάβηση της Βαγδάτης, Ιράν και Σαουδική Αραβία άρχισαν να αναζητούν συνολική συμφωνία για τη σταθεροποίηση στην περιοχή.

Μεγάλος άγνωστος στην παραπάνω δυναμική ανατροπής παρέμενε το Ισραήλ όσο κυβερνούσε ο Νετανιάχου, ο οποίος είχε την άνευ όρων στήριξη του Τραμπ.

Μετά την απομάκρυνση του Νετανιάχου ακολούθησε από πλευράς Ισραήλ σιγή ασυρμάτου για τις προσπάθειες του Μπάιντεν να επιστρέψουν οι ΗΠΑ στη Συμφωνία του 2015 για τον διεθνή έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.

Η σιωπή έσπασε πριν από λίγες μέρες με τον υπουργό Αμυνας του Ισραήλ Μπένι Γκάντζ να δηλώνει ότι η χώρα του είναι πρόθυμη να αποδεχθεί μια νέα συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν υπό τον όρο οι ΗΠΑ να έχουν προετοιμάσει μια επίδειξη δύναμης για την περίπτωση που οι σχετικές διαπραγματεύσεις οδηγηθούν σε αδιέξοδο.

Αν η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ ακολουθούν τις ΗΠΑ σε μια δύσκολη πορεία αναζήτησης μιας περιφερειακής διευθέτησης ζωνών επιρροής και ρόλων με το Ιράν, εύλογα τίθεται το ερώτημα τι χώρος απομένει για τις περιφερειακές φιλοδοξίες της Τουρκίας του Ερντογάν από τη Συρία και το Ιράκ μέχρι τον Κόλπο.

Η προσεκτική στροφή του Ισραήλ καταδεικνύει ότι, όπως ακριβώς συνέβη και το 1992 με την πτώση της κυβέρνησης Σαμίρ και την άνοδο του Ράμπιν στην εξουσία, η σύγκρουση με την αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή είναι αδιανόητη για το Τελ-Αβίβ.