Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ανακοίνωση «με αφορμή την προ ημερών μεταφορά πρωτογενών και άλλων υλικών ελληνικών ταινιών σε φιλμ στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (ΕΚΚ) από το ιστορικό κτίριο της Χίου 53, το οποίο μέχρι το 2014 στέγαζε διαδοχικά κινηματογραφικά εργαστήρια εικόνας και ήχου», έστειλε χθες και η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου.

Σε αυτήν κάνει κατ’ αρχάς μια ιστορική αναδρομή –από την πλευρά της– της υπόθεσης των εργαστηρίων της οδού Χίου. Και μετά, τοποθετείται σαφώς ως προς την τύχη που θα μπορούσαν να έχουν τα υλικά, ζητώντας «με ευθύνη της Πολιτείας να μεταφερθούν και τα υπόλοιπα υλικά από τα παρακείμενα δυο κτίρια, όλα τα υλικά να καταγραφούν άμεσα και οι δικαιούχοι τους να κληθούν να τα παραλάβουν εντός συγκεκριμένου διαστήματος, ενώ στην περίπτωση που δεν παρουσιαστούν, τα υλικά να κατατεθούν προς φύλαξη, συντήρηση και ψηφιοποίηση στο Εθνικό Αποθετήριο Οπτικοακουστικών Αρχείων που βάσει του νόμου έχει την υποχρέωση να δημιουργήσει υποδομές με τις κατάλληλες προδιαγραφές, ή σε άλλον φορέα που έχει αυτές τις υποδομές. Αυτή η αυτονόητη διεκδίκηση θα έχει πλήρως πραγματοποιηθεί όταν όλος ο πλούτος του Ελληνικού Σινεμά, μέσω της ψηφιοποίησης και αποκατάστασής του, γίνει δυνητικά προσβάσιμος στο κοινό».

Προέχει όμως το ιστορικό που αναφέρει η Ελληνική Ακαδημία: «Εδώ και σχεδόν μια δεκαετία οι Ελληνες κινηματογραφιστές προσπάθησαν να αφυπνίσουν την Πολιτεία προκειμένου να πράξει το καθήκον της και να βρει μια λύση σχετικά με τα υλικά, τα οποία μετά το κλείσιμο και του τελευταίου εργαστηρίου που στεγαζόταν στην οδό Χίου, παρέμειναν εγκλωβισμένα στο εν λόγω κτίριο και σε άλλα δυο παρακείμενα κτίρια. Η Πολιτεία δυστυχώς δεν ανταποκρίθηκε, και έτσι, οι κινηματογραφιστές, ελπίζοντας κάποια στιγμή να παραλάβουν τα αρνητικά εικόνας και ήχου και τις κόπιες τους σώες, αναγκάστηκαν να εμπλακούν σε γραφειοκρατικές δικαστικές διαμάχες με κάποιους από τους ιδιοκτήτες των κλειστών πια εργαστηρίων. Κάποιοι ελάχιστοι κατάφεραν να τα παραλάβουν, οι περισσότεροι όμως δεν το κατάφεραν ή δεν το προσπάθησαν και τα υλικά τους παρέμειναν εγκλωβισμένα. Παράλληλα, κάποιοι από τους ιδιοκτήτες των κτιρίων εύλογα ήθελαν να εκμεταλλευτούν τα ακίνητά τους και ζητούσαν, και αυτοί, τα υλικά να μεταφερθούν».

Η ανακοίνωση συνεχίζει με αναφορά στο περιστατικό της 24ης Ιουλίου, στην οδό Χίου, έχει όμως σημασία ότι δεν γίνεται καμία αναφορά σε «διαρροή» ή μη «χημικών», αλλά γίνεται απευθείας αναφορά σε «παρέμβαση» του ΥΠΠΟ, την οποία προφανώς η Ακαδημία θεωρεί και καθόλα νόμιμη, στο όνομα μάλιστα «των Ελλήνων κινηματογραφιστών», αφού αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Το Σάββατο 24 Ιουλίου, ύστερα από παρέμβαση του ΥΠΠΟΑ, τα εν λόγω υλικά του Ελληνικού Σινεμά μεταφέρθηκαν από την οδό Χίου στο ΕΚΚ, με βάση το αρ. 81 του Ν. 4674/2020, όπως αυτό τροποποίησε την παρ. 5(β), αρ. 45 του Ν.4339/2015. Εγινε δηλαδή μερικώς πράξη η αυτονόητη διεκδίκηση των Ελλήνων κινηματογραφιστών».

Η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου «δεσμεύεται», τέλος, «ότι θα συνεχίσει να πιέζει προς πάσα κατεύθυνση και με κάθε δυνατό τρόπο, ώστε ο διάλογος και κυρίως η πράξη διάσωσης και προσβασιμότητας του Ελληνικού Σινεμά και της μέχρι σήμερα ιστορίας του να συνεχιστούν και να ολοκληρωθούν». Την ανακοίνωση υπογράφει σύσσωμο το Δ.Σ. της Ακαδημίας, δηλαδή ο σκηνοθέτης και παραγωγός Γιώργος Τσεμπερόπουλος, η σκηνοθέτις και παραγωγός Ελίνα Ψύκου, ο παραγωγός Γιώργος Τσούργιαννης, ο σκηνοθέτης Σύλλας Τζουμέρκας, η παραγωγός Ελένη Κοσσυφίδου, ο διευθυντής φωτογραφίας Σίμος Σαρκετζής και ο σκηνοθέτης και μοντέρ Νίκος Πάστρας.

Ενδιαφέρον πάντως έχει το γεγονός ότι, ενώ η υπόθεση της οδού Χίου έχει αναστατώσει τόσο τον κινηματογραφικό χώρο ώστε να δημοσιοποιούνται καθημερινά οι θέσεις των διαφόρων φορέων, δεν έχει τοποθετηθεί δημοσίως το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου που εξακολουθεί να φιλοξενεί το υλικό σε αμφιλεγόμενες συνθήκες, χωρίς να διευκρινίζει καν την «ταυτότητά» του.