Εγινε προχθες το απόγευμα η κηδεία του πρ. βουλευτή του ΚΚΕ, Αντώνη Σκυλλάκου. Η οικογένεια (η γυναίκα του Κική και τα δυο του αγόρια, Ηλίας και Χρήστος) είχε οργανώσει την κηδεία και όλα ήταν όχι μόνο σύμφωνα με το ήθος και την προσωπικότητα του εκλιπόντος αλλά και σύμφωνα με τη στάση τόσο ζωής όσο και δράσης του μέσα στο κόμμα: η κηδεία έγινε στη Λάρισα, στον λόφο Μεζούρλου, «τόπο εκτελέσεων εκατοντάδων αγωνιστών και κομμουνιστών της ΕΑΜικής Αντίστασης και του ΔΣΕ», ήταν πολιτική, η οικογένεια ζήτησε αντί για στεφάνια «να διατεθούν τα χρήματα ως ένδειξη αλληλεγγύης στο νησί της επανάστασης, την Κούβα και τον λαό της, μέσω του Ελληνοκουβανικού Συνδέσμου Φιλίας και Αλληλεγγύης» (όπως και έγινε), το φέρετρο σκέπαζε η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο και τον επίκηδειο εκφώνησαν μόνο τα δυο παιδιά του.
Παρόντες στην κηδεία, εκτός από συγγενείς και φίλους (ο ίδιος είχε πολλούς ανθρώπους που τον εκτιμούσαν και εκτός κόμματος, εξαιτίας ακριβώς της ηθικής και της ευγένειάς του), παραβρέθηκαν αντιπροσωπεία της Κ.Ε. του ΚΚΕ, με επικεφαλής τον γ.γ. της Κ.Ε., Δημήτρη Κουτσούμπα, καθώς και αντιπροσωπεία του Κ.Σ. της ΚΝΕ, αλλά και εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και άλλων κομμάτων και θεσμικών ή κινηματικών φορέων.
Το τελευταίο αντίο οι δυο γιοι του το είπαν στον πατέρα τους «με περηφάνια». «Εδώ βρίσκεται, ακόμη», ακούστηκε στον επικήδειο. «Χαμογελαστός, ενώ συνεχίζει να μας δείχνει έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου σε κάποιο ταξίδι κάτι που τον εντυπωσίασε, ικανοποιημένος που ξυπνάμε στο πίσω κάθισμα και μας έχει πιτσιρίκια πλάι του στις αναζητήσεις του, με ένα βλέμμα λαμπερό, ενώ μας εξηγεί τις ιστορίες ενός καινούργιου τόπου και του λαού του.
»Μεγαλώναμε, λοιπόν, και καθώς ανοίγαμε κάτι περίεργα παλιά βιβλία που βρίσκαμε στη βαριά ξύλινη και γεμάτη βιβλιοθήκη του και κυρίως εκείνο το συγκεκριμένο με το κατακόκκινο εξώφυλλο και γραμμένο ΛΕΝΙΝ πάνω του, τοποθετημένο πίσω από μια φωτογραφία με ένα, ίδιο σε ηλικία και σε ύψος με εμάς, παιδί, που έβαζε ένα κόκκινο γαρίφαλο στο όπλο κάποιων στρατιωτών, αντιλαμβανόμασταν ότι η δουλειά του, αυτή που μας έκανε να μη βλέπουμε τον πατέρα μας, για χρόνια, για αυτή που ρωτούσαμε κάθε Κυριακή βράδυ, ήταν τόσο ιδιαίτερη: ο αγώνας για το δίκιο των ανθρώπων.
»Θυμόμαστε εκείνη την ίδια ιστορία, που επαναλάμβανε κάθε τόσο μέσα στα χρόνια, καθώς κοιτούσε ένα βαρύ έπιπλο στο σαλόνι μας, εκείνη την ίδια ιστορία που τον έκανε να γελάει με την καρδιά του, γιατί ήταν όντως τόσο βαρύ, ώστε οι Γερμανοί φασίστες δεν κατάφερναν να πλιατσικολογήσουν και να το μεταφέρουν και έτσι ποτέ δεν έγινε γνωστή η κρυφή καταπακτή του παράνομου τυπογραφείου του ΕΑΜ της Λάρισας, που ήταν κρυμμένο στο σπίτι που έπειτα γεννήθηκε και μεγάλωσε και έπειτα γεννηθήκαμε και ζήσαμε και εμείς.
»Πολλοί τον θυμούνται ως ένα ιστορικό στέλεχος του κόμματος της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κόμματος και δεν θα αρνηθούμε μια τέτοια σπουδαία τιμή. Για τον ίδιο, που δεν ζήτησε και δεν δέχτηκε πίσω ποτέ του κανένα αντάλλαγμα, αυτό το χαρακτηριστικό, αυτή την ιδιότητα, την έβλεπε ως μια ακόμη υποχρέωση προς τον λαό. Την έβλεπε, στην τελική ως συνέπεια και μόνο, της επαναστατικής ηθικής του κινήματος του εργαζόμενου λαού. Αλλωστε, θα συμφωνούσε πως μονάχα ως τέτοια μπορεί να αναμετρηθεί με την ιστορία», ακούστηκε μεταξύ άλλων.
Η τελετή έκλεισε με το τραγούδι «Το ακορντεόν» του Μάνου Λοΐζου, που ήταν από τα αγαπημένα του Αντώνη Σκυλλάκου.
