Ενώ η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα προειδοποιεί πως η μεταχείριση γυναικών και κοριτσιών από τους Ταλιμπάν είναι «κόκκινη γραμμή», ιστορίες δυστοπικές μάς έρχονται ήδη από τους δρόμους της Καμπούλ. Γυναίκες κρυμμένες στα σπίτια τους, που καταστρέφουν ό,τι τις προσδιόριζε ως αυτόνομα πλάσματα. Δρόμοι, γραφεία, πανεπιστήμια άδεια από θηλυκές παρουσίες.
Τα πρόσωπα των γυναικών σβήστηκαν με μουτζούρες από αφίσες και καταστήματα, οι φωτογραφίες τους σκίστηκαν, τα ονόματά τους αρχίζουν να εξαλείφονται πίσω από ψευδώνυμα απαραίτητα για την προστασία τους από τον μισογυνισμό των «σπουδαστών» του Κορανίου. Πριν τα γεωπολιτικά παιχνίδια επιτρέψουν να σιγήσει ακόμη και η φωνή τους, οι εμπειρίες που αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο κάποιες Αφγανές δείχνουν το πώς αυτή η κόκκινη γραμμή ήδη άρχισε να παραβιάζεται.
Η «Σαφίρι» (ψευδώνυμο για λόγους ασφαλείας), ακτιβίστρια για τα γυναικεία δικαιώματα, που έχει δουλέψει για διάφορες διεθνείς οργανώσεις και τώρα ετοίμαζε έκθεση για μία από αυτές, δεν μπορεί να πιστέψει ότι ο τρόμος επέστρεψε.
«Μείναμε χωρίς δουλειά και η ζωή ακριβαίνει ξαφνικά. Δεν μπαίνει ούτε ένας μισθός στο σπίτι. Είμαστε πολλοί στην οικογένεια και δεν έχουμε λεφτά για να αγοράσουμε ούτε τα φάρμακα της μητέρας μου. Προσπαθούμε να μην κάνουμε θόρυβο για να μην τραβήξουμε την προσοχή. Ζούμε με την αγωνία ότι θα χτυπήσει η πόρτα και θα μπουν. Ακούσαμε πως αν είσαι άνω των 18 και ανύπαντρη οι Ταλιμπάν μπορεί να σε ξυλοκοπήσουν ή και να σε φυλακίσουν. Ποτέ δεν φανταστήκαμε ότι θα επέστρεφε ο τρόμος. Πριν λίγο οι Ταλιμπάν μπήκαν στο σπίτι φίλων ψάχνοντας για βιβλία στα αγγλικά και κείμενα επικριτικά του Ισλάμ. Δείχνοντας τα “λάφυρά” τους χτύπησαν τους ιδιοκτήτες μπροστά σε όλους τους γείτονες για παραδειγματισμό, ώστε “να καθαρίσουν τα σπίτια τους”. Το πρώτο που έκανα μετά από αυτό ήταν να καταστρέψω την έκθεση που ετοίμαζα. Θέλω μόνο να φύγω από αυτήν την κόλαση».
Μια κόλαση που φοιτήτρια της μειονότητας Χαζαρά περιέγραψε στο BBC με ένα σπαρακτικό κείμενο για το πώς τα όνειρα αντικαθίστανται από τον φόβο του θανάτου.
«Ολα όσα ονειρεύτηκα, όλα αυτά για τα οποία εργάστηκα, η αξιοπρέπεια, η περηφάνια, ακόμη και η ύπαρξή μου ως γυναίκα, η ζωή μου, κινδυνεύουν… Εκαψα όλα μου τα πανεπιστημιακά έγγραφα. Εκρυψα όλα τα θαυμάσια βιβλία που διάβαζα. Απενεργοποίησα όλους τους λογαριασμούς μου στα κοινωνικά δίκτυα… γιατί οι Ταλιμπάν ψάχνουν τις αναρτήσεις και μας βρίσκουν μέσω αυτών… Στον δρόμο μάς κοιτούν, ακόμη και όταν είσαι καλυμμένη με χιτζάμπ, σαν να είναι τα αφεντικά της ζωής μας, σαν να είμαστε σκουπίδια… Οταν σπούδαζα ονειρευόμουν τόσα πράγματα, έβαζα τόσους στόχους, έκανα τόσα σχέδια. Ως γυναίκα και ως μειονότητα, δεν υπάρχει χώρος για εμένα στην ίδια μου την πατρίδα. Εχουν επιτεθεί σε σχολεία για κορίτσια Χαζαρά και έχουν σκοτώσει εκατοντάδες. Κι έτσι σίγουρα θα μας σκοτώσουν, ίσως και να μας βιάσουν. Ποιος ξέρει πόσο θα τους πάρει για να έρθουν να ψάχνουν σπίτι το σπίτι και να πάρουν κορίτσια για να τα βιάσουν. Μπορεί να αυτοκτονήσω όταν έρθουν σπίτι μου. Εχω μιλήσει με φίλες μου, όλες το σχεδιάζουμε… Ο θάνατος είναι καλύτερος από το να πέσεις στα χέρια τους… Δεν έχουμε πού να πάμε».
Η δημοσιογράφος Νασρίν Νάουα κατάφερε να φύγει μία ημέρα πριν καταλάβουν την Καμπούλ οι Ταλιμπάν αλλά η αγωνία δεν κοπάζει.
«Ακόμη και πριν φύγω έβλεπα τον ίδιο εφιάλτη: την αδελφή μου να τρέχει, να ιδρώνει και να ματώνει στους δρόμους της Καμπούλ κυνηγημένη από τους Ταλιμπάν. Ο εφιάλτης έγινε πραγματικότητα. Η αδελφή μου προσπάθησε να διαφύγει στο εξωτερικό, αλλά οι τράπεζες δεν είχαν χρήματα και οι δρόμοι ήταν κλειστοί από τα αυτοκίνητα. Τώρα όλη μας η ζωή μοιάζει με μακρινό όνειρο. Με την αδελφή μου συνηθίζαμε να γυρίζουμε όλη την πόλη με τα ποδήλατα, είμαστε μέλη της Εθνικής Ομοσπονδίας Ποδηλασίας. Τώρα… αδύνατον κάποια γυναίκα να το επιχειρήσει. Και όταν διάβασα για τις επιδρομές τους στα σπίτια, της τηλεφώνησα και της είπα να καταστρέψει την κιθάρα της: τα χέρια των Ταλιμπάν είναι ικανά να τη σκοτώσουν λόγω της τέχνης της. Αλήθεια, δεν μπορώ να φανταστώ πόσο δύσκολο είναι να καταστρέφεις κυριολεκτικά ένα μέρος τόσο σημαντικό αυτού που είσαι. Ζούμε βυθισμένοι στον πανικό και τη σύγχυση όσο ο κόσμος αδιαφορεί».
Αδιαφορία είναι αυτό που εισέπραξε μια νεαρή Αφγανή που μίλησε στην Guardian για ιστορίες αλαζονείας και εγκατάλειψης από τους «ανθρωπιστές».
«Τα τελευταία δύο χρόνια δουλεύω για μια δυτική ΜΚΟ που προασπίζεται τις γυναίκες. Οταν κατάλαβα ότι οι Ταλιμπάν θα έπαιρναν την εξουσία, ανησύχησα για το μέλλον μου. Ζητήσαμε με συναδέλφισσές μου βοήθεια από την ξένη επικεφαλής μας, αλλά είπε ότι τίποτα δεν θα συμβεί και αρνήθηκε να μας βοηθήσει για να βγάλουμε βίζα. Κι όταν έμαθα πως οι Ταλιμπάν ανάγκαζαν κορίτσια να παντρευτούν μαχητές μετέφερα τις ανησυχίες μου σε Δυτική ακτιβίστρια που μάχεται για τα δικαιώματα των γυναικών στο Αφγανιστάν. Μου απάντησε: “Δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Αλλά μπορείς να κάνεις έναν ψεύτικο γάμο”. Ηταν θλιβερό να ακούς κάτι τέτοιο από μια φεμινίστρια. Ακόμα κι όταν μας εκκένωσαν από τα γραφεία, κάποιοι συνάδελφοι άντρες Αφγανοί αστειεύονταν λέγοντας “είναι η τελευταία φορά που σε βλέπουμε… τώρα θα πρέπει να ζητήσουμε άδεια από τον αδελφό σου…” Τους φαινόταν αστείο! Κι έτσι δεν έχω βγει από το σπίτι μου τις τελευταίες ημέρες. Ούτε πλησιάζω το παράθυρο. Είμαστε οργισμένες, θυμωμένες, απελπισμένες… Αλλά κανέναν δεν νοιάζει. (…) Το μέλλον μας είναι στα χέρια των κυβερνήσεων της Δύσης: αυτές θα αποφασίσουν ποιους θα σώσουν και ποιους θα αγνοήσουν και αυτό μου ραγίζει την καρδιά».
