Αυτό το καλοκαίρι, δώδεκα συγγραφείς επιλέγουν ισάριθμους λογοτεχνικούς ήρωες (ελληνικής ή ξένης πεζογραφίας) για να περάσουν μαζί τις διακοπές τους – εντός ή εκτός συνόρων. Ενα πρωτότυπο διήγημα, με παιγνιώδη διακειμενική διάθεση (και όχι μόνο), όπου οι «παραθεριστές» ταξιδεύουν στον χώρο και στον χρόνο και μας μεταδίδουν εικόνες και σκέψεις από «διακοπές» περιπετειώδεις, διασκεδαστικές, απρόσμενες, θυελλώδεις, στοχαστικές, ερωτικές, αμφίθυμες, ειρωνικές.
Διακοπές μ’ έναν ήρωα, λοιπόν, καθώς το βιβλιοφιλικό μας ένθετο μεριμνά, εκτός από βιβλιογραφική ενημέρωση και κριτική πυξίδα, και για λογοτεχνική απόλαυση.
Μετά τον Νικήτα Σινιόσογλου, τη Βασιλική Ηλιοπούλου, την Ελενα Μαρούτσου, τη Λουκία Δέρβη, τον Παντελή Μπουκάλα και τον Φαίδωνα Ταμβακάκη, συνεχίζει η Αργυρώ Μαντόγλου.
«Πάλι εσύ; Πάλι μ’ ακολουθείς; Σου έχω πει τόσες φορές πως έχουμε τελειώσει», απευθύνθηκε κοφτά στη σκιά που παραμόνευε πίσω από μια σωσίβια λέμβο.
Βιρτζίνια Γουλφ
Η πρώτη ύλη της ζωής… είναι η μαγεία
«Ναι, μου το έχεις ξαναπεί -τον προηγούμενο αιώνα» ακούστηκε μια φωνή ακαθόριστου φύλου και ηλικίας, αλλά με βάθος και νεανική ελαφράδα.
«Εμείς οι δυο ζήσαμε όσα ζήσαμε, σε έμαθα, με έμαθες, σε θαύμασα, με ενθάρρυνες, με δίδαξες τόσα, εγώ σε επέκτεινα και τέλος αποχαιρετιστήκαμε τελετουργικά. Δεν θυμάσαι;»
«Θυμάμαι, ναι -τον προηγούμενο αιώνα, όπως είπες».
Η κυρία είχε βγει στο κατάστρωμα αργά τη νύχτα -αχ αυτές οι αϋπνίες!- όταν όλοι οι επιβαίνοντες του κρουαζιερόπλοιου Lovely Lady είχαν αποσυρθεί στις καμπίνες τους· η αντανάκλαση του φεγγαριού στα νερά, ένας συνεχώς μεταβαλλόμενος πίνακας αόρατου ζωγράφου, περνούσε από μπροστά της, με μυστηριώδη ταχύτητα, σαν να πάσχιζε να την αιχμαλωτίσει.
«Ναι, ναι, όταν με συνάντησες διένυα τον τέταρτο αιώνα ζωής», συνέχισε η ασώματη φωνή. «Μόνο που εγώ υπάρχω ακόμα. Δεν είναι οι αιώνες ομάδα μέτρησης του χρόνου για μένα».
«Είναι όμως για μένα. Τον εικοστό πρώτο, άλλαξαν πολλά. Το σημαντικότερο είναι ότι με διεκδικεί το παρόν, απαλλάχτηκα επιτέλους από τη νοσταλγία».
Ο υγρός ιμπρεσιονιστικός πίνακας συνέχισε να μεταβάλλεται μπροστά της, σήκωσε το βλέμμα ψηλά, περισσότερη σταθερότητα διέκρινε στον πιστό δορυφόρο της Γης.
«Ναι, αλλά ξέρεις, αγαπητή, αν ζήσεις πάνω από τέσσερις αιώνες συνηθίζεις τη ζωή, εγώ συνήθισα, είναι πλέον αργά για να φύγω, κατέχω πλέον καλά το παιχνίδι των μεταμορφώσεων. Εγινα ένα με τον χρόνο».
Η σκιά πρώτα απλώθηκε σε ολόκληρο το κατάστρωμα, έπειτα συρρικνώθηκε κι ήρθε και κάθισε δίπλα της στο παγκάκι. «Ενα με τον χρόνο», θυμήθηκε μια κριτική που είχε διαβάσει για το βιβλίο που τον στέγαζε: η συγγραφέας είχε καταργήσει την τέταρτη διάσταση, τη διάσταση του χρόνου.
Κοίταξε γύρω. Ψυχή ζώσα δεν υπήρχε. Μόνο οι σκιές ξαγρυπνούσαν μαζί με το φεγγάρι. Δεν θα ήθελε να τη δουν μόνη στο κατάστρωμα να παραμιλάει μπροστά στο πέλαγος, αλλά δεν γινόταν να μη ρωτήσει:
«Λοιπόν, σε ποια μορφή επέστρεψες, στη θηλυκή ή την αρσενική;»
«Δεν έφυγα ποτέ», επανέλαβε.
Σωστά, είπε μέσα της, ό,τι είναι αφανές για κάποιους δεν σημαίνει ότι έπαψε να υπάρχει.
«Στη θηλυκή ή στην αρσενική;» επέμεινε.
Η ερώτηση δεν απαντήθηκε και αποφάσισε να διαγράψει από τη σκέψη της αυτή τη σύντομη συνομιλία με τα αόρατα. Αυτός/αυτή ήταν από ένα παλιό διάλλειμα της ζωής της. Μεγαλώνοντας απαλλάσσεσαι από τις ψευδαισθήσεις… μέχρι να αποκτήσεις καινούργιες, πρόσθεσε στρέφοντας το βλέμμα στο μαρμάρινο φεγγάρι.
Ο Ορλάντο, η Ορλάντο ήταν ήρωας μιας άλλης. Υπήρξε μεταφράστρια του βιβλίου, το υπηρέτησε, μετακένωσε το κείμενο αφού το ρευστοποίησε με πλήθος βιωματικές αναγνώσεις στο δοχείο της δικής της γλώσσας. Ναι, μ’ αυτόν τον ήρωα δημιούργησε μια σχέση βαθιά. Αλλά τώρα πια λύθηκαν τα δεσμά… και οι ψευδαισθήσεις.
«Τα ίδια συνεχίζεις να λες και να κάνεις».
«Καλά, καλά» είπε δυνατά, συνειδητοποιώντας πως αυτό το πλάσμα, αόρατο, άυλο, αλλά αιώνιο, διάβαζε τις σκέψεις της. Πού να κρυφτείς από τον δαίμονά σου;
«Λοιπόν, μετά την τελευταία μεταμόρφωσή μου παραμένω γυναίκα από επιλογή, έχοντας φυσικά την εμπειρία του δούκα, του πρέσβη, του δανδή, της λαίδης, της περιφερόμενης, της βραβευμένης ποιήτριας, της ερωτευμένης, της μάνας, της συζύγου και της ερωμένης. Επιλέγω το γυναικείο φύλο επειδή είναι μεγαλύτερη η ηδονή και η μαγεία».
«Ναι, τώρα ξέρεις σκοτώνουν τις γυναίκες εν ψυχρώ, θα τα ‘χεις μάθει».
«Πάντα το ίδιο έκαναν, και μάλιστα με τον νόμο. Τώρα τουλάχιστον αυτό ονομάζεται φόνος, τότε δεν είχε ούτε όνομα, ήταν δικαίωμα όποια σου αντιστεκόταν, όποια σου έβγαζε γλώσσα, της έπαιρνες το κεφάλι».
«Παρ’ όλα αυτά εσύ παραμένεις γυναίκα. Την τελευταία φορά που σε συνάντησα σε εκείνη την κρουαζιέρα, πάλι στο κατάστρωμα, θυμάσαι; Ελεγες πόσο περιοριστική είναι η θηλυκότητα».
«Ναι, θυμάμαι».
«Ηταν τότε που επέστρεφες στην Αγγλία με το Enamel Lady, αν δεν κάνω λάθος, τις πρώτες μέρες που έγινες η Ορλάντο. Δυσκολευόσουν να συνηθίσεις τις περιποιήσεις του καπετάνιου, να συνηθίσεις τα δύσκαμπτα γυναικεία ρούχα, την κοπιώδη κόμμωση, τη βάσανο του κορσέ, τον καύσωνα, τα ξέχασες αυτά; Είχες σηκώσει λίγο τα φορέματά σου να πάρεις αέρα, καταμετρούσες τα πλεονεκτήματα απέναντι στα μειονεκτήματα του να είσαι γυναίκα, τα ιερά καθήκοντα αλλά και τις δεσμεύσεις της θηλυκότητας, όταν ένας ναύτης σκαρφαλωμένος πάνω στο κατάρτι έβαλε σε κίνδυνο τη ζωή του, σκύβοντας για να αποσπάσει τη θέα του αστραγάλου σου. Και είχες εξοργιστεί στην ιδέα πως έπρεπε να κρατάς το κορμί σου καλυμμένο για να μην προκαλέσεις πνιγμό και καταποντισμό στους ταλαίπωρους βιοπαλαιστές. Θυμάμαι ότι είχαμε συζητήσει για το πότε θα ερχόταν η μέρα που η θέα του γυναικείου σώματος δεν θα δημιουργούσε σύγχυση και αποσυντονισμό -παρά ίσως μόνο ο εγκέφαλος. Πόσοι αιώνες θα χρειαστούν μέχρι ο γυναικείος εγκέφαλος να γίνει αφροδισιακό; με είχες ρωτήσει. Θυμάσαι;»
Δεν πήρε απάντηση. Κάπου στο βάθος του ορίζοντα είχε αρχίσει να ροδίζει και διαφαινόταν μια ξέρα, κάπου στο βάθος του χρόνου διέκρινε και μια δική της ξέρα όπου όλα θα είχαν επιτέλους απαντηθεί. Εστρεψε το βλέμμα στη σελήνη, αλλά ούτε από εκεί πήρε απάντηση. Οι σκιές είχαν χαθεί. Είχε πλέον ξημερώσει και η κυρία, απρόθυμα, επέστρεψε στην καμπίνα της.
Συνομιλία με το «Ορλάντο» (1928) της Βιρτζίνια Γουλφ (Gutenberg, 2017, μτφρ. Αργ. Μαντόγλου).
Τελευταίο βιβλίο της Αργ. Μαντόγλου είναι το «Τρικυμίες παθών» (Κλειδάριθμος, 2021)
