Το ταξίδι ήταν κάπως δύσκολο. Φυσούσε και στον Κάβο Ντόρο το καράβι -μεγάλο, σύγχρονο, γρήγορο με διπλή καρίνα σαν καταμαράν- χόρευε στα κύματα. Οι ανακοινώσεις ήταν σαφείς: «Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες, για λόγους ασφαλείας, όσο διαρκούν τα ισχυρά καιρικά φαινόμενα να μη βγαίνουν στο κατάστρωμα».
Δυο-τρεις ηρωικοί καπνιστές, στηριγμένοι στον τοίχο, επιλέγουν να βρέχονται για μια τζούρα, ενώ άλλοι δυο-τρεις επιβάτες που δεν αντέχουν να κουνιούνται, με βία κρατιούνται όπου μπορούν, αρκεί να μη μείνουν μέσα.
Υπάρχουν και οι άλλοι, εκείνοι που με τη βοήθεια μιας τσίκλας για τη ναυτία και τα μάτια κλειστά, προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους ότι όλο αυτό θα τελειώσει, η ταλαιπωρία θα έχει χρόνο λήξης. Το πλοίο θα φτάσει στο λιμάνι. Αυτό είναι το μόνο βέβαιο, και όλα θα πάρουν τον δρόμο τους.
Μέσα σ’ αυτούς είναι και κάποιοι που κλείνουν τα μάτια γιατί θέλουν να παρατείνουν το όνειρο. Μια ζωή κοντά στη θάλασσα, με μέρες απάνεμες και μέρες θυελλώδεις, με τη μυρωδιά της υγρασίας να τους ξυπνά τις αισθήσεις και τη γεύση του αλατιού στο δέρμα, ακόμη και όταν δεν έχουν κολυμπήσει. Που αναπολούν τη γύμνια του καλοκαιριού ως ελευθερία και που δυσκολεύονται να συνηθίσουν τα ρούχα τα καθημερινά, του σπιτιού ή της δουλειάς.
Φαντάζονται πώς θα ήταν να μπορούν να κρατήσουν το χρώμα του ήλιου στην επιδερμίδα τους και μόνο ένα σημάδι από μαγιό να θυμίζει αυτό που τους χάρισε η φύση, εκείνο το μείγμα κληρονομικότητας και φυσικής επιλογής των προγόνων τους.
Την αλήθεια την ξέρουν: αν κάτι που λαχταράς το έχεις κάποτε πολύ, υπάρχει ο κίνδυνος να το βαρεθείς, να γίνει συνήθεια, ρουτίνα. Ή μήπως όχι; Αλλωστε ακόμη και την πολλή ομορφιά, αυτή στην οποία όλοι μένουν έκθαμβοι, τη συνηθίζεις και εντύπωση πια δεν σου κάνει. Το μόνο που μένει, αν μείνει, είναι η ουσία πίσω από την ομορφιά, κάτι που δεν έχει σώμα υλικό, ούτε ορίζεται με το βλέμμα, αλλά με το συναίσθημα και ό,τι το γεμίζει και το τρέφει. Χρειάζεσαι μάτια κλειστά για να την αισθανθείς και νου ανοιχτό.
Οι ταξιδιώτες αυτοί έχουν πάντα ήρεμη όψη, συχνά φορούν ένα ήπιο χαμόγελο, που αν αφεθείς να το παρατηρήσεις στολίζεται από λίγη θλίψη. Δεν μιλούν πολύ, δεν πιάνουν εύκολα κουβέντες, δεν ακολουθούν το πλήθος, δεν κάνουν εύκολα παρέες. Δεν διασκεδάζουν φωναχτά, δεν κάνουν θόρυβο. Συνήθως κρατούν -μαζί με ό,τι άλλο- ένα βιβλίο -μπορεί να είναι διαφορετικό κάθε φορά ή πάντα το ίδιο- και σε πρώτη ευκαιρία το ανοίγουν και ρίχνουν μια διάφανη κουρτίνα ανάμεσα στον κόσμο και τις σκέψεις τους. Υπάρχει πάντα ένα βιβλίο που έχουν μαζί – είτε ως αντικείμενο είτε από καρδιάς απομνημονευμένο.
Αυτοί είναι οι ταξιδιώτες με τη λαχτάρα της φυγής – που ξέρουν ότι μπορεί ποτέ να μην έρθει. Και αγαπούν τη θάλασσα γιατί είναι η θάλασσα, το σώμα που γέννησε τη ζωή και τη φιλοξενεί ακόμα. Δεν φοβούνται να πατήσουν ξυπόλυτοι στην άμμο, να βρέξουν τα μαλλιά και το κεφάλι -δεν γίνεται να κολυμπάς χωρίς να βουτήξεις ολόκληρος στο νερό- ή να σουρώσουν τα δάχτυλά τους από το κολύμπι.
Ο φλοίσβος τα απογεύματα του Ιουλίου, κάτω από μια σκιά και με τους τζίτζικες να σκάνε από τη ζέστη, είναι σύντροφός τους και μοιράζεται μαζί τους μυστικά και νέα που κανείς άλλος δεν ξέρει, που κανείς δεν θα μάθει.
Φεύγουν μακριά από τη θάλασσα αναγκαστικά, δεν γίνεται αλλιώς: είναι παιδιά αυτής της γης και έχουν υποχρεώσεις. Συχνά οι διακοπές είναι η μικρή πολυτέλεια που μπορούν να επιτρέψουν στον εαυτό τους λίγες ημέρες τον χρόνο. Αλλά ας είναι καλά η θάλασσα, που «κρυφομιλεί και πλέχει/ Καμιά φορά σηκώνεται κι’ ουρλιάζει/ Μα πάντοτε τα ύδατά της παραμένουν/ Θάλασσα της θαλάσσης»*. Κι έτσι παρατείνουν την ελπίδα.
* Ανδρέας Εμπειρίκος, τετράστιχο από τα «Πουλιά του Προύθου» (1935)
