Καθώς την τελευταία δεκαετία, ξαναζήσαμε ένα κύμα φυγής νέων πτυχιούχων από τον τόπο που τους στερούσε τα πολύτιμα αναγκαία και «περιττά», μαρτυρίες με μορφή επιστολών, γραπτών συνομιλιών ή αυτοβιογραφικών αφηγήσεων είναι πολύτιμες: δίνουν ένα μέτρο σε όσους έμειναν και εκείνους που φεύγουν για να σταθμίσουν τη σημασία όσων στερεί και όσων δίνει ένας τόπος ευεπίφορος στην οδυνηρή νοσταλγία και τόσο σκληρός για τους προικισμένους.
Στη χορεία τέτοιων πολύτιμων μαρτυριών και ο πρώτος τόμος της αλληλογραφίας των Νικόλαου Κάλας – Νάνου Βαλαωρίτη (1958-1967) που εξέδωσε η αν. καθηγήτρια Νεοελληνικής λογοτεχνίας Ελενα Κουτριάνου, με μετάφρασή της στα αγγλικά όσων επιστολών γράφηκαν στα γαλλικά και του Μανώλη Πολέντα όσων γράφτηκαν στα ελληνικά.
Στα αγγλικά γράφει η επιμελήτρια της έκδοσης Ελ.Κουτριάνου την εισαγωγή, τον κατατοπιστικό σχολιασμό και τα παραρτήματα Ι και ΙΙ, αφού ο αρχικός προγραμματισμός αφορούσε την έκδοση του τόμου, στις ΗΠΑ.
Η απουσία ενός Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, υπεύθυνου και για τον επανασχεδιασμό τέτοιων εκδόσεων στα ελληνικά, γίνεται με τον καιρό ηχηρότερη και ολοένα και πιο επιζήμια.
Την αλληλογραφία του τόμου ανοίγει ο κοσμοπολίτης ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος Νάνος Βαλαωρίτης (1921-2019), που επί χρόνια κατέφευγε στις μητροπόλεις της Δύσης και επέστρεφε κάθε φορά που οι περιστάσεις υπόσχονταν μια φάση πολιτικής σταθερότητας στην Ελλάδα. Στις επιστολές του αναγνωρίζει τον συγγραφέα των Foyers d’Incendie (1938), ποιητή και κριτικό Νικόλαο Κάλας (1908-1988), ως έναν από τους βασικούς συντελεστές στη διαμόρφωση του υπερρεαλισμού, τον οποίο και ο Μπρετόν αναγνώρισε ως ένα από τα πιο φωτεινά και τολμηρά πνεύματα του ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου. Ετσι, δεν διστάζει να του εξομολογηθεί (επιστ. 13) ότι η ζωή του νομάδα τον φέρνει στο τρίστρατο της γραμμένης στα ελληνικά, στα αγγλικά και στα γαλλικά ποίησής του, με το ρίσκο θριάμβου ή καταποντισμού.
Χωρίς να έχει στιγματιστεί για πολιτικές θέσεις που θα δυσκόλευαν την επάνοδό του στην Ελλάδα και έχοντας αναγνωρίσει εγκαίρως τον Γ. Σεφέρη ως άξιο συνεχιστή του Κ. Παλαμά και προεξάρχοντα διάδοχό του στη νεοελληνική ποίηση, ασφυκτιώντας, παρ’ όλ’ αυτά, από τον υπερσυντηρητισμό που καταδυνάστευε τα ελληνικά γράμματα, και μετά την τραγική 10ετία του ’40, ο Νάνος Βαλαωρίτης (Ν.Β.) ανοίγεται αυθόρμητα στον αντισεφερικό Νικόλαο Κάλας (Ν.Κ.) να ξαναδώσει το ποιητικό του «παρών» στα ελληνικά γράμματα. Μετά το θάνατο του, ο Ν.Β. συζητά την περίπτωση Ν.Κ., στο δίτομο έργο του «Για μια θεωρία της Γραφής» (2006).
Από την πλευρά του, ο Ν. Καλαμάρης/Κάλας, αντίθετος με τον λογοτεχνικό κανόνα του μεσοπολεμικού κύκλου των Νέων Γραμμάτων, αντισταλινικός διεθνιστής επιπλέον κατά τη δικτατορία του Μεταξά, ο μόνος που ζητά νέα ανοίγματα πέρα από τον Παλαμά, τον Θεόφιλο, την ομοιοκαταληξία ή την πλοκή, τώρα, τριάντα χρόνια μετά την απόδρασή του στη Νέα Υόρκη, στις επιστολές του προτρέπει τον Ν.Β. να γράφει την ποίησή του στα ελληνικά (επιστ. 12) και δεν κρύβει ότι επιθυμεί να θυμίσει στους Ελληνες αναγνώστες τον ποιητή Νικήτα Ράντο και τον κριτικό Μιχάλη Σπιέρο -τις δυο περσόνες με τις οποίες δέχτηκε, στον Μεσοπόλεμο, τα ανοίκεια πυρά του Α. Καραντώνη- αν και όπως ομολογεί σε γράμμα του, τον Μάιο του 1960, ως Ελληνας πλέον της διασποράς δεν είναι ο ίδιος με τον μεσοπολεμικό Καλαμάρη ούτε με όσους θα διάβαζαν νέα του κείμενα. Αναγνωρίζοντας στον Ν.Β. έναν άξιο συνομιλητή, του στέλνει κριτικές και δοκίμια που δημοσιεύει σε έγκριτα αμερικάνικα περιοδικά τέχνης και αισθητικής, αλλά και ποιήματα που ξαναγράφει στα ελληνικά, ωθούμενος και από τα σχέδια του Ν.Β. έκδοσης ενός πρωτοποριακού περιοδικού στους αντίποδες της συντηρητικής αθηναϊκής διανόησης.
Για όλα τα παραπάνω που βαρύνουν το ιστορικό των δυο αλληλογράφων, στο διάστημα 1958-1967, ο Ν.Β. συνεχίζοντας να επενδύει στη δημιουργική δύναμη του υπερρεαλισμού, εκφράζει στα γράμματά του την απογοήτευσή του για πεπραγμένα και δρώμενα στο Παρίσι ή στην Αθήνα, για τα φερσίματα του εγωκεντρικού Μπρετόν και κυρίως για τον ανθελληνισμό του τελευταίου που εναντιωνόταν στο «εν αρχή ην ο λόγος» παρά στην καρτεσιανή ratio.
Από την πλευρά του, ο Ν.Κ. συμφωνεί χωρίς να επαυξάνει, γιατί το τραύμα της λυσσαλέας πολεμικής της ηγεμονεύουσας διανόησης εναντίον του, αν και ανεπούλωτο, είναι βαθιά πια καταχωνιασμένο. Κρατά, έτσι, τη στάση ανθρώπου που έχοντας εκφράσει προ πολλού αντιρρήσεις για τους χειρισμούς του Μπρετόν όσον αφορά το μέλλον του υπερρεαλισμού, και ζώντας την αμερικάνικη μετάλλαξη του υπερρεαλιστικού κινήματος σε σόου, ζητά να επανασυνδεθεί με τον γενέθλιο τόπο και ει δυνατόν να πεθάνει σ΄αυτόν.
Στα νέα ποιήματα που στέλνει στον Ν.Β. σαρκάζει απεγνωσμένα τα αθηναϊκά δρώμενα και όσους μεταγλώττισαν τα ελληνικά τους ονόματα -όπως ο ίδιος- αλλά παρέμειναν δέσμιοι του φόβου ή του φθόνου των καινών δαιμονίων. Εκείνο το ίδιο διάστημα, τονίζοντας την ηθική διάσταση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, γράφει ότι ο σκοπός της τέχνης, την εποχή της διακινδύνευσης, είναι το ακατόρθωτο ώστε η αποτυχία να μην ταυτίζεται με το κακό, αλλά με τη λειψή ελευθερία του δημιουργού για την οποία ευθύνονται οι επιτυχημένοι δυνάστες.
Το παράρτημα Ι αυτής της αξιόλογης έκδοσης περιλαμβάνει το ανέκδοτο τότε ποίημα του Ν.Κ, σε μετάφραση του Μανώλη Πολέντα, ενώ το παράρτημα ΙΙ, το 16σέλιδο άρθρο «Η τραγική μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας» το οποίο, κατά την Ε. Κουτριάνου, δημοσιεύει ο Ν.Κ. ίσως με αφορμή την ίδρυση του ΟΗΕ, τον Οκτ. του 1945.
Είναι πιθανόν το άρθρο να δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ», όπου ο Ν.Κ. αρθρογραφούσε, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, για θέματα σχετικά με την Ιστορία και τον πολιτισμό της Ελλάδας. Αυτό το άγνωστο δοκίμιο, που διαβλέποντας τις εξελίξεις για τη χώρα, πολλές δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακόμη και σήμερα. Αλλά γι’ αυτό, σε επόμενο άρθρο μας.
*Ομότιμη καθηγήτρια Φιλοσοφίας, συγγραφέας
