Οι κάτοικοι εγκαταλείπουνε την πόλη όπως οι κόκκοι της άμμου το πάνω δοχείο της κλεψύδρας. Ο χρόνος παραθερίζει μακριά από τα δευτερόλεπτά του. Ο άλλος χρόνος παίρνει τη θέση του. Χρόνος ορφανός, μεγαλωμένος μακριά από εμάς. Τώρα γυρίζει διεκδικώντας αυτά που πιστεύει πως του ανήκουν. Οσα στερήθηκε με τη διαρκή μας παρουσία καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Χρόνος των άδειων σπιτιών και των κλειστών πατζουριών, χρόνος των αραιωμένων δρόμων και των ελεύθερων θέσεων για στάθμευση. Χρόνος της απουσίας. Είναι ο χρόνος αυτός που ετοιμάζει τον χώρο μας ενώ εμείς λείπουμε. Προσέχει τα έπιπλα, κουρδίζει τις παγίδες μας, φροντίζει ώστε να υπάρχει πάντοτε μια επαρκής ποσότητα ύπνου στο κρεβάτι που αφήσαμε πίσω. Δοκιμάζει τα χειμερινά μας ρούχα τοποθετώντας τα και πάλι στη θέση τους, διώχνει τη σκόνη από τα μυστικά μας ώστε να μείνουν αιχμηρά για την κανονική ζωή μας όταν επιστρέψουμε, τρυπάει τα σωσίβια που ξεχάσαμε στην αποθήκη επιβεβαιώνοντας πως στην πόλη είναι αδύνατον να σωθείς από τον πνιγμό.
Μετράει τις μάσκες που φορέσαμε, το ποσοστό του προσώπου που αφήσαμε πάνω τους, τα λίτρα των αντισηπτικών υγρών που παραμορφώνουν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα (στις επόμενες διαρρήξεις μας κανείς δεν θα μπορέσει να μας ταυτοποιήσει). Εξετάζει τους βήχες που συσσωρεύσαμε όλο αγωνία στο σαλόνι, τις κατάρες που ρίχναμε έναν ολόκληρο χρόνο μπροστά στη βομβαρδισμένη τηλεόραση. Το σώμα μας στο σπίτι καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους: πόσες φορές κάτσαμε σε αυτή την καρέκλα, πόσες φορές μας πήρε ο ύπνος στον καναπέ, πόσα φαγητά κάψαμε σε αυτό το μάτι (και πόσα στο δίπλα του) και όλες τις φορές που υποσχεθήκαμε στον εαυτό μας πως θα κρεμάσουμε αυτόν τον πίνακα. Τη δραστηριότητα, την επιθυμία, την ενέργεια που καταναλώθηκε.
Αποδείξεις για το γεγονός πως αυτό το σπίτι κατοικήθηκε. Πως εδώ υπήρξαν ζωές. Κίνηση και φωνές. Και το σπίτι αυτό μπορεί έστω και άδειο να καταχωρηθεί με τους ζωντανούς, να συνεχίσει να αναπνέει έστω και άδειο, να περιμένει. Ο μισός χρόνος μας θα περιμένει εκεί, έτοιμος να επιβεβαιώσει στην επιστροφή μας το γεγονός της νόμιμης συνέχειας, την ταυτοποίηση των εαυτών μας με τους εαυτούς που αφήσαμε πίσω πριν φύγουμε διακοπές, τις συνήθειές μας ελεύθερες προς επανάληψη στη νέα χρονιά που ανοίγεται μπροστά μας.
Ο άλλος μισός χρόνος βρίσκεται μαζί μας. Βουβός, άγνωστος. Με την έπαρση του καινούργιου. Στο πίσω κάθισμα του αμαξιού χωρίς να μας πολυμιλάει. Μέσα στη νέα εμπειρία όπως αυτή φύεται στη διακοπή. Πρωτότυπη και ταυτόχρονα κοινότοπη. Μια επαναληπτική κίνηση όχι του κύκλου αλλά της σπείρας. Εκεί που η επιστροφή ταυτίζεται με το προχώρημα, εκεί που το παλιό μπορεί να διεκδικήσει τη θέση του στο νέο. Ανάμεσα σε καλοκαιρινές συνήθειες, χούγια και μόνιμα ζητούμενα. Ανάμεσα σε νέα δεδομένα, απαιτήσεις και προσδοκίες. Χρόνος παρθένος και μαζί εξαντλημένος σαν το κύμα που φτάνει στη στεριά. Χρόνος με τον ενθουσιασμό και τις δυστροπίες του εφήβου. Διαμπερής από εύκολο ενθουσιασμό, έκθετος σε απότομη απογοήτευση. Δίπλα μας. Πάντοτε δίπλα μας και ποτέ μαζί μας, με το μυαλό του να ταξιδεύει αλλού. Φταίει μάλλον το γεγονός πως στις διακοπές κανείς δεν δίνει σημασία στον χρόνο. Διαρκώς τον ξεχνούμε πεταμένο σε παραλίες και ταβέρνες δίπλα σε αποδείξεις και βρεγμένες πετσέτες, διαρκώς αγνοούμε τη δική του επιθυμία και την άποψή του. Τον θυμόμαστε μόνο όταν πλησιάζει η επιστροφή. Τόσο ώστε να μη χάσουμε το πλοίο, τόσο ώστε να μπορέσουμε να επιστρέψουμε.
Και όταν επιστρέψουμε, οι δυο χρόνοι μας θα συναντηθούν. Θα αγκαλιαστούν συμβατικά και θα ενωθούν σαν γερασμένο ζευγάρι που οδηγείται μετά από δεκαετίες στον συμβατικό του έρωτα. Και έτσι ενωμένοι θα προχωρήσουν. Δημιουργώντας και πάλι αυτή την αίσθηση που είναι μισή καιρός και μισή ωρολογιακή μέτρηση. Τον χρόνο όπως ρέει με όρους κανονικότητας. Τον ενιαίο αυτό χρόνο που δεν έχει ρωγμές αλλά είναι υπαρκτός ως ένα. Και γι’ αυτό δεν γίνεται αντιληπτός. Μέσα του πια -και όχι δίπλα του- θα μοιράσουμε τη νέα μας δραστηριότητα. Τον εαυτό μας ως ενδεχόμενο, τον χρόνο μας ως υπόσχεση.
