ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δέσποινα Παπαστάθη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Θα πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι δεν μπορείς να ελπίζεις πως θα παρηγορείσαι για τη θλίψη σου γράφοντας» (Ναταλία Γκίνζμπουργκ).

«Θα δεις μια μεγάλη κασέλα στη μέση του πατώματος και πάνω της να κάθεται ένας σκύλος με δύο μάτια μεγάλα σαν φλιτζάνια. Μα μην τον φοβηθείς καθόλου» (Χανς Κρίστιαν Αντερσεν).

«Το ερώτημα που κάθε μυθιστόρημα προσπαθεί ουσιαστικά να απαντήσει είναι: Αξίζει να ζεις;» (Nicholson Baker).

Ο θάνατος, το μελαγχολικό πένθος του ανθρώπου και το ράγισμα της καρδιάς του σκύλου, η γραφή ως τέχνη αλυπίας, η αυτοχειρία, ο βιαθάνατος αποδίδονται πολύτροπα και καίρια μέσα από τα μότο-αποφθέγματα των Γκίνζμπουργκ, Αντερσεν και Baker, προλογίζοντας τον ρευστό και συνάμα σκοτεινό κόσμο τού ανά χείρας μυθιστορήματος της Σίγκριντ Νιούνεζ (με γερμανικές και παναμέζικες καταβολές), ένα βραβευμένο βιβλίο (Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας ΗΠΑ, 2018) που προκάλεσε κριτικές και συζητήσεις.

Η αφήγηση αρχίζει με μια τραγική ιστορία δακρύων: τη δεκαετία του 1980 στην Καλιφόρνια, γυναίκες πρόσφυγες από την Καμπότζη τυφλώνονται από το κλάμα, ενθυμούμενες τις διαβόητες ωμότητες των Ερυθρών Χμερ και τα βασανιστήρια που είχαν υποστεί. Αυτή η ιστορία ήταν το τελευταίο πράγμα που συζήτησαν η αφηγήτρια-ηρωίδα του μυθιστορήματος με τον αγαπημένο της φίλο και μέντορά της, λίγο πριν από την αυτοκτονία του.

Ο αυτόχειρας φίλος ήταν διακεκριμένος λογοτέχνης και καθηγητής που έμπλεκε ερωτικά με φοιτήτριες και πρώην φοιτήτριες, καθώς πίστευε πως «η τάξη είναι το πιο ερωτικό μέρος στον κόσμο», ενώ η ένταση της ερωτικής του ζωής δεν ήταν απλώς επικουρική αλλά ουσιαστική για το έργο του. Η αφηγήτρια απευθύνεται στον νεκρό σε δεύτερο ενικό πρόσωπο, ανακαλώντας την πολυδιάστατη σχέση τους και επιδιώκοντας να συλλάβει αυτό που ρυθμίζει τη ζυγαριά ενός αυτόχειρα πριν από τη μοιραία απόφαση.

Ενας Μεγάλος Δανός, ο Απόλλων –ο μόνος με όνομα μέσα στο μυθιστόρημα–, ένας τεράστιος πιτσιλωτός σαν αρλεκίνος, μολοσσός, τον οποίο ο αυτόχειρας φίλος συνάντησε μια μέρα σε ένα πάρκο χωρίς κολάρο ή ταμπελάκια, εγκαταλειμμένο και τον υιοθέτησε, θα γίνει για την αφηγήτρια ο φίλος στο ερεβώδες ταξίδι του πένθους της, όταν ο μαύρος ήλιος της μελαγχολίας θα καλύψει τη ζωή της. Πώς να εξηγήσεις τον θάνατο σ’ έναν σκύλο;

Η θλίψη του αποδίδεται με γλαφυρές περιγραφές: «Περίμενε στην πόρτα μέρα-νύχτα. Για ένα διάστημα δεν έτρωγε τίποτα […]. Αλλά το χειρότερο ήταν ότι κάθε λίγο και λιγάκι έβγαζε έναν ήχο, κάτι σαν ουρλιαχτό ή θρήνο, ή ό,τι τέλος πάντων ήταν. Οχι δυνατό, μα αλλόκοτο, σαν από φάντασμα ή κάτι άλλο περίεργο». Τα ζώα δεν αυτοκτονούν, όμως η καρδιά τους ραγίζει από τον πόνο της απώλειας, όπως συνέβη στον Απόλλωνα.

Η διπλή ιδιότητα της αφηγήτριας, συγγραφέας και καθηγήτρια δημιουργικής γραφής, συνιστά κεντρικό μοτίβο του μυθιστορήματος μέσα από το οποίο η Νιούνεζ καταθέτει τον προβληματισμό της για τον ρόλο και τη θέση του συγγραφέα στη σύγχρονη κοινωνία, τη σχέση του με τον αναγνώστη, την αγωνία της υστεροφημίας, τις πηγές της έμπνευσής του, την έκδοση του έργου του, το συγγραφικό μπλοκάρισμα, τη ντοκιμαντερίστικη μυθοπλασία, την υπαρξιακή βάσανο της γέννας της γραφής. Ο συγγραφέας «δεν είναι επάγγελμα αλλά ένα κάλεσμα της δυστυχίας», συνήθιζε να λέει ο νεκρός φίλος, ενώ στο μυθιστόρημα δεν είναι λίγες οι αναφορές σε αυτόχειρες συγγραφείς, όπως η Γουλφ, η Σέξτον, ο Κλάιστ. Στην αφήγηση εγκιβωτίζονται πολυάριθμα σχόλια και ιστορίες για τη γραφή. Ο Σιμενόν, ο Φλομπέρ, ο Ρίλκε, ο Μπέκετ, η Αλεξίεβιτς, ο Λούρι, η Βολφ, ο Κάφκα αλλά και ο Ακερλι είναι κάποιοι από τους λογοτέχνες που αναφέρονται, ενώ τα λεγόμενα και τα γραφόμενά τους συνιστούν οργανικό μέρος της αφήγησης και της αυτοανάλυσης της αφηγήτριας-ηρωίδας.

«Αραγε μπορείς να ελπίζεις πως θα παρηγορείσαι για τη θλίψη σου γράφοντας;», ιδιαίτερα όταν αυτή είναι αποτέλεσμα ενός βιαθάνατου; Εξαρτάται η αποτελεσματικότητα της κάθαρσης από τη γραφή και την ποιότητά της; Η Νιούνεζ επιδιώκει να απαντήσει στα δαιδαλώδη αυτά ερωτήματα μέσα από τον προβληματισμό της αφηγήτριας για τη σκοπιμότητα σεμιναρίων ημερολογιακής γραφής σε βάναυσα κακοποιημένες γυναίκες, οι οποίες «καλούνταν να γράφουν κάθε μέρα για τουλάχιστον δεκαπέντε λεπτά, γρήγορα, χωρίς να σκέφτονται υπερβολικά ή να αφαιρούνται». Η μανιακή σε πολλές περιπτώσεις γραφή τους φέρνει στην επιφάνεια τα τραγικά βιώματα του παρελθόντος, εκφράζοντας τα αδιέξοδα συναισθήματά τους.

Η Νιούνεζ, μετεωριζόμενη ανάμεσα στο δοκίμιο, στη δημοσιογραφία και στην επινόηση, υφαίνει αριστοτεχνικά τη θραυσματική και φυγόκεντρη πλοκή του μυθιστορήματός της (στην απόλαυση του οποίου συμβάλλει και η ανάγλυφη μετάφραση του Γ. Λαμπράκου), υπονομεύοντας εν τέλει τα όρια αυτομυθοπλασίας/αυτοβιογραφίας. Η απεύθυνση σε δεύτερο πρόσωπο προς τον αυτόχειρα φίλο, ο εσωτερικός μονόλογος, η μνημονική αφήγηση, η αέναη κίνηση ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον, οι κειμενικοί και ψυχικοί εγκιβωτισμοί, η γραφή μέσα στη γραφή προσδίδουν υλικότητα στον νεκρό, αναζητώντας διέξοδο στον κυκεώνα του πένθους της ηρωίδας και στο αξεδιάλυτο μυστήριο του θανάτου και της γραφής.