Ο θάνατος του Μίκη Θεοδωράκη άγγιξε βαθιά την ελληνική κοινωνία. Γράφτηκαν πολλά για τον αποχαιρετισμό του ανθρώπου, την αγιοποίηση του πολιτικού και τη μουσικολογική εξύμνηση του συνθέτη. Κατά τη γνώμη μου, η πρώτη διάσταση ήταν πιο συμπαθητική από τις άλλες δύο. Το καίριο ερώτημα παραμένει: Ο Θεοδωράκης ήταν σημαντικός. Σημαντικότατος. Για ποιους λόγους;
Ηταν μήπως ο μεγαλύτερος Ελληνας συνθέτης του αιώνα; Σαφώς και όχι. Θα έπρεπε κανείς να αγνοήσει επίτηδες τον Σκαλκώτα, τον Γιάννη Χρήστου, τον Ξενάκη, αλλά και τόσους και τόσες αξιόλογους/ες Ελλην(ίδ)ες συνθέτ(ρι)ες μικρότερης ακτινοβολίας για να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Κανείς δεν μπορεί στα σοβαρά να ισχυριστεί ότι η μουσική του Θεοδωράκη παρήγαγε ρηξικέλευθα αισθητικά σχήματα ή έστω ότι αναπλαισίωσε ή κατάλυσε μουσικές φόρμες (από την άποψη της μουσικής εργασίας) με έναν τρόπο που να μπορεί το έργο του να λειτουργήσει ως βασική αναφορά για τους μελλοντικούς καλλιτέχνες του ήχου και της μουσικής.
Ηταν μήπως ο μεγαλύτερος Ελληνας επαναστάτης του αιώνα; Εξαιρετική προσοχή και σεμνότητα χρειάζεται όταν τολμά κανείς να γράψει για τη θυσία και τα βασανιστήρια κάποιου άλλου. Ο βασανισμός μέχρι παράλυσης του Θεοδωράκη, ο αβίωτος βίος που του επιφύλαξε το κράτος, ζητούν τον απόλυτο σεβασμό μας. Η συνειδητοποίηση ότι τον κόσμο άλλαξαν και αλλάζουν οι κομμουνιστές και οι επαναστάτες, δίνοντας ακόμα και τη ζωή τους για αυτόν τον σκοπό, είναι καθηλωτική.
Ηταν όμως γι’ αυτούς τους λόγους που ο Θεοδωράκης παίρνει διαστάσεις ήρωα; Θα έπρεπε κανείς να αγνοήσει επίτηδες πολιτικά πρόσωπα όπως τον Μπελογιάννη, τον Βελουχιώτη, τη Λέλα Καραγιάννη, τον Γλέζο και τόσους άλλους και άλλες, που με αυτή τους την ιδιότητα και όχι άλλη, και με τη συνειδητή τους πάλη ενάντια στις αντιφάσεις τους, αναγνωρίστηκαν από τον λαό ως σπουδαίοι αγωνιστές και σύμβολα, για να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Μάλλον ο Θεοδωράκης δεν ήταν για τη λαϊκή συνείδηση ο μεγαλύτερος επαναστάτης του αιώνα. Για να κατανοήσουμε την καταλυτική σημασία που είχε για τον ελληνικό λαό και κυρίως την Αριστερά ο Θεοδωράκης, ίσως θα είχε ενδιαφέρον να τον δούμε ως κίνηση και όχι ως απόλυτο μέγεθος. Ως κίνηση από πάνω προς τα κάτω.
Ο Θεοδωράκης, που μεγάλωσε σε ένα σπίτι με βιβλία και ποίηση, που μπόρεσε να σπουδάσει μουσική, σε μια πάμφτωχη Ελλάδα που πεινούσε, ο μαθητής του σπουδαίου Olivier Messiaen, ο βραβευμένος από τον ίδιο τον Shostakovich, ο νεαρός καλλιτέχνης που μπροστά του ανοιγόταν μια σπουδαία καριέρα σε όπερες, μπαλέτα και μεγάλα σαλόνια – εν ολίγοις ο Θεοδωράκης που θα μπορούσε να ζήσει άνετα ως κομμάτι της αστικής τάξης και του πολιτισμού της, κάνει αυτό: στρέφει το βλέμμα προς τον λαό. Η μελοποίηση σπουδαίων ποιητών είναι, πιθανότατα, το σημαντικότερο έργο του (με μουσικο-κοινωνιολογικούς όρους), αλλά και μια πολιτική πράξη που σηματοδοτεί το ενδιαφέρον του για τον λαό.
Ομως τα τραγούδια αυτά δεν τα έγραψε ένας άκαπνος συνθέτης σε θερμοκρασία δωματίου, αλλά κάποιος που πολέμησε ώμο με ώμο με τον ακροατή του. Ο κόσμος αντιλαμβάνεται λοιπόν ότι ο Θεοδωράκης δεν είχε ανάγκη να ρισκάρει τη ζωή του για τον λαό, να υποστεί τα φρικιαστικά βασανιστήρια, να πιάσει το τουφέκι, να μπει σε απεργία πείνας, το επέλεξε. Αντιλαμβάνεται ότι δεν είχε ανάγκη να γράψει «λαϊκότροπα» έργα, το επέλεξε. Και είναι αυτή η διπλή από πάνω προς τα κάτω κίνηση (σε πολιτικό-βιωματικό και καλλιτεχνικό-μουσικό επίπεδο), αυτό το γνήσιο ενδιαφέρον, που ο λαός αμέσως αναγνωρίζει και εκτιμά, τον συγκινεί, τον συνεπαίρνει και εν τέλει παραδίνεται στην απλοϊκή γοητεία των εμβατηρίων του.
Και αυτό εκτιμώ πως είναι το κλειδί της ιστορίας του: ο Θεοδωράκης αποκτά, μπροστά στον λαό, διαστάσεις όχι θεού, αλλά αγίου. Είναι ο προσιτός ήρωας, τις διακονίες του οποίου ο λαός ζητά ευκολότερα, γιατί είναι «πιο κοντά του» από ό,τι η (κομμουνιστική) ουτοπία. Ο Θεοδωράκης δεν ταυτίζεται με αυτήν, αλλά με την αντιφατική διαδρομή προς αυτήν. Κουβαλώντας τις μεγάλες αντιφάσεις του (υποκλινόμενος στο λαϊκό μεγαλείο, αλλά και, δυστυχώς, στην αιματοβαμμένη «εθνική ενότητα»), κατεβαίνει από τα σύννεφα της αστικής τάξης, για τα οποία είχε αντικειμενικά εισιτήριο, και παλεύει στις λάσπες μαζί με τον λαό, μαρτυρά για τη σωτηρία του, γράφει τα τραγούδια του – τον βοηθά. Βρίσκεται τόσο ψηλά ώστε να λειτουργεί ως σύμβολο, αλλά έχει τόσες ατέλειες ώστε να μπορείς να του απευθύνεσαι με το μικρό του όνομα, όπως θα μιλούσες, σα να λέμε, στον αδερφό σου.
Ακόμα όμως κι αν, όπως εκτιμώ, το μουσικό έργο του δεν αποτελέσει αντικείμενο μουσικής μελέτης και διατριβών (σε μουσικό-τεχνικό επίπεδο) τα επόμενα χρόνια, οι νέοι μουσικοί έχουμε τουλάχιστον να μελετήσουμε τον τρόπο με τον οποίο αναπλαισίωσε τη σχέση καλλιτέχνη-λαού. Μας ενδιαφέρει αυτό; Ποιες μορφές παίρνει μια τέτοια σχέση σήμερα;
*Μουσικός, συνθέτης
