Μετά την επώδυνη, αλλά αναπόφευκτη ματαίωση πέρσι λόγω πανδημίας, το φετινό Φεστιβάλ της Αβινιόν αναμενόταν με αγωνία τόσο για τις συνθήκες διεξαγωγής του όσο και για το περιεχόμενό του. Η αναμονή απέδωσε και με το παραπάνω: το 75ο Φεστιβάλ απέδειξε πως, με απόντα τα περισσότερα μεγάλα ονόματα που περιφέρονται από τη μια διοργάνωση στην άλλη –τα λεγόμενα festival darlings- ήταν ένα από τα καλύτερα των τελευταίων ετών.
Η θητεία του Ολιβιέ Πι οδεύει προς το τέλος της, έχοντας πάρει έναν τελευταίο χρόνο παράτασης. Ανακοινώθηκε –ήδη- ο διάδοχός του Τιάγο Ροδρίγκεζ, ώστε να έχει στη διάθεσή του δυο χρόνια προετοιμασίας για το πρώτο του φεστιβάλ. Για πρώτη φορά ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Αβινιόν δεν θα είναι Γάλλος –όπως και του παρισινού Φεστιβάλ του Φθινοπώρου (αναλαμβάνει η Ιταλίδα Φραντσέσκα Κορόνα). Ολα αυτά παρατίθενται ως υλικό προς σκέψη για τα καθ’ ημάς: όποιες (μη) αναλογίες με όσα έχουν ήδη συμβεί ή συμβαίνουν στους πολιτιστικούς μας θεσμούς ας μη θεωρηθούν διόλου συμπτωματικές… Στο ψητό όμως…
«Σαμψών»
Ο «Σαμψών» του Μπρετ Μπέιλι (στην Αθήνα έχουμε χαρεί το συγκλονιστικό του «Exhibit B», αλλά και τη σκηνοθεσία-μεταφορά του στον «Μακμπέθ» του Βέρντι) είναι μάλλον το αριστούργημά του: συμπυκνώνει το σύνολο του έργου του προχωρώντας ακόμα πιο μακριά. Με τη βοήθεια του συνθέτη Σέιν Κούπερ, που συνδύασε επί σκηνής ραπ, dubstep, αφρικανικούς ρυθμούς, αλλά και την άρια της Δαλιδάς από την όπερα του Σεν-Σανς, οδήγησε την ομάδα του σε μια τελετουργία που συχνά άγγιζε την έκσταση. Συγκλονιστικός ο χορευτής-χορογράφος –σαμάνος Ελβις Σιμπέκο ως Σαμψών. Η μεταφορά του μύθου στη σημερινή βίαιη πραγματικότητα, απλά υποδειγματική.
«Liebestod»
Η Ανχέλικα Λίντελ με το «Liebestod, η μυρωδιά του αίματος δεν φεύγει από τα μάτια μου» δείχνει πως βρίσκεται σε (ακόμα μία…) περίοδο στείρας επανάληψης και αδιέξοδου παραληρήματος. Κόβεται με ξυράφι επί σκηνής και αιμορραγεί (ακόμα μια φορά), γδύνεται (ακόμα μια φορά) και επιδίδεται σε έναν ατέλειωτο μονόλογο με την ένταση στο 100% για το πόσο φρικαλέα και ποταπά είναι όλα, πόσο μισεί τους ανθρώπους, το θέατρο, τους ηθοποιούς, το κοινό, πόσο κανείς δεν την αγαπά (ακόμα μια φορά), και συνδυάζει ασυνάρτητα τον Σιοράν, τις ταυρομαχίες και τον τορέρο Χουάν Μπελμόντε, τον Τριστάνο και την Ιζόλδη, με τον εαυτό της και τις εμμονές της. Την πρώτη φορά που έρχεται κανείς αντιμέτωπος με τους αυτοκαταστροφικούς μονολόγους και τις ακρότητές της είναι σίγουρο ότι θα εντυπωσιαστεί. Ομως πόσες φορές μπορεί να αντέξει αυτό το αέναο reality show δυστυχίας, αυτολύπησης και απέχθειας προς τα πάντα; Αν δεν πρόκειται για μανιέρα και διαρκή χρήση μιας συνταγής που έχει αποδειχθεί εξαιρετικά επιτυχής και αποδοτική, τότε η Λίντελ χρειάζεται επειγόντως τη βοήθεια ειδικών –με κίνδυνο να βρει την προσωπική της ισορροπία χάνοντας αυτό που την έκανε δημοφιλή και περιζήτητη στα ευρωπαϊκά φεστιβάλ…
«Misericordia» και «Κούκλα από Ζάχαρη»
Υπάρχουν χρονιές που η Αβινιόν επιφυλάσσει μια έκπληξη, έναν καλλιτέχνη που κανείς δεν γνώριζε και που εν μιά νυκτί όλοι μιλούν γι’ αυτόν και την παράστασή του. Ετσι συνέβη το 2014 με τη Σικελή Εμα Ντάντε και τις «Αδελφές Μακαλούζο». Φέτος η Ντάντε επανήλθε δριμύτερη με δύο δείγματα δουλειάς, αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους αλλά εξίσου επιτυχημένα, τόσο καλλιτεχνικά όσο και από πλευράς προσέλευσης- αδύνατον να βρει κάποιος εισιτήριο αν δεν ερχόταν ώρες πριν να σταθεί στην ουρά. Στο «Misericordia» τρεις «μητέρες» πόρνες μεγαλώνουν από κοινού, υπό συνθήκες ακραίας ανέχειας, τον Αρτούρο (ο χορευτής Σιμόνε Ζαμπέλι σε μια ερμηνεία που χαράσσεται ανεξίτηλα στη μνήμη), το διανοητικά καθυστερημένο παιδί μιας φίλης τους που έπεσε θύμα γυναικοκτονίας. Στο «Κούκλα από Ζάχαρη – Η Γιορτή των Νεκρών» ο τελευταίος επιζών μιας πολυμελούς οικογένειας ετοιμάζει τη νύχτα της παραμονής το παραδοσιακό γλύκισμα της ημέρας για να τιμήσει τους μεταστάντες που σύντομα θα πάει να συναντήσει. Η αγρύπνια θα φέρει στο μυαλό του και στη σκηνή τους αγαπημένους που δεν είναι πια εκεί. Και οι δυο θαυμάσιες παραστάσεις συμπυκνώνουν όλα τα χαρακτηριστικά της δουλειάς της Εμα Ντάντε: σκοτεινό φόντο, ελάχιστα στοιχεία σκηνογραφίας, μετωπική σχέση ερμηνευτών και κοινού που φέρνει στο μυαλό τη βυζαντινή εικονογραφία, αλλά και τον κινηματογράφο του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Το όνειρο ενώνεται αξεχώριστα με τον ωμότερο ρεαλισμό κι η σχέση ζώντων και τεθνεώτων φέρνει στον νου το αρχετυπικό θέατρο του Ταντέους Κάντορ. Το «Misericordia» θα φιλοξενηθεί τον Οκτώβριο στα φετινά Δημήτρια στη Θεσσαλονίκη και δεν χάνεται επ’ ουδενί από όσους αγαπούν αυτή την τόσο κακοπαθημένη τους τελευταίους μήνες Τέχνη.
«Κομμάτια μιας Γυναίκας»
Στο Φεστιβάλ Αθηνών θα φιλοξενηθεί τον Σεπτέμβριο το «Κομμάτια μιας Γυναίκας» του Κορνέλ Μούντρουτσο – κι επίσης δεν χάνεται με τίποτα. Ο Ούγγρος σκηνοθέτης, από τους ελάχιστους που ακροβατούν επιτυχώς ανάμεσα στο θέατρο και τον κινηματογράφο, συνεργάζεται με την πολωνική ομάδα TR Warszawa και δημιουργεί ακόμα μια αξέχαστη παράσταση. Με αφετηρία αυτή τη φορά την εμπειρία του πένθους μιας νέας γυναίκας που χάνει το μωρό της, ο Μούντρουτσο χρησιμοποιεί τον ρεαλισμό για να τον ανατρέψει ύπουλα κι αναπάντεχα, ακριβώς όπως είχε κάνει στην «Απομίμηση Ζωής» που αναστάτωσε προ τριετίας το Φεστιβάλ Αθηνών, αλλά και παλαιότερα στο «Φρανκενστάιν Πρότζεκτ». Ευφυής η χρήση της κάμερας -τυπικό χαρακτηριστικό του δημιουργού- και λαμπρές ερμηνείες της στιβαρής πολωνικής σχολής που εξακολουθεί να γεννά σπουδαίους ηθοποιούς.
«Αδελφότητα, μια φανταστική ιστορία»
Οσοι είχαν απολαύσει τη «Σαϊγκόν» γνωρίζουν ήδη τι να περιμένουν από τη βιετναμέζικης καταγωγής Γαλλίδα Καρολίν Γκιγελά Ενγκιγέν: θέατρο μεγάλης πνοής, αλλά προσιτό στο ευρύ κοινό, με γνήσια συγκίνηση και σημαντικές αφηγηματικές αρετές. Η νέα της δημιουργία «Αδελφότητα, μια φανταστική ιστορία» χρησιμοποιεί ως όχημα την επιστημονική φαντασία για να δημιουργήσει μια σπαρακτική αλληγορία για τις ανθρώπινες σχέσεις: έπειτα από μια έκλειψη, ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων της Γης εξαφανίζεται. Οι εναπομείναντες προσπαθούν να στείλουν μηνύματα στο Διάστημα στα αγαπημένα πρόσωπα που η έκλειψη πήρε μαζί, ελπίζοντας πως η επόμενη θα τους φέρει πίσω. Οταν οι ελπίδες διαψεύδονται, οι επιστήμονες διαπιστώνουν πως όχι μόνον ο πόνος κάνει τις καρδιές των ανθρώπων να χτυπούν με όλο και λιγότερους παλμούς, αλλά και το βάρος της οδύνης τους επιβραδύνει την κίνηση των πλανητών, καθιστώντας μια νέα έκλειψη αδύνατη. Μοναδική λύση, ένα μηχάνημα που διαγράφει από τη μνήμη κάθε ανάμνηση του αγαπημένου προσώπου: για να ελπίζουν οι πονεμένοι να ξαναδούν αυτούς που έχασαν πρέπει να δεχτούν οικειοθελώς να τους ξεχάσουν… Το μόνο που θα πω είναι πως όταν τα φώτα της αίθουσας άναψαν για το –κατακλυσμιαίο- χειροκρότημα, ελάχιστα μάτια είχαν απομείνει στεγνά –και σίγουρα όχι τα δικά μου.
Χορός
Ο χορός εδώ και χρόνια χάριζε στην Αβινιόν μερικές από τις πιο δυνατές στιγμές της. Η 75η έκδοση υπήρξε μάλλον η εξαίρεση. Η αειθαλής Μαγκί Μαρέν επέλεξε στο «Να πάμε να δούμε από πιο κοντά» να προσεγγίσει τον Πελοποννησιακό Πόλεμο του Θουκυδίδη κυρίως μέσω αφήγησης και εικόνων, με ελάχιστη κίνηση, όπως είχε κάνει και με την Ιλιάδα πριν δώδεκα χρόνια στην «Περιγραφή μιας μάχης».
Το «Οποιαδήποτε προσπάθεια θα έχει ως αποτέλεσμα τσακισμένα κορμιά και σπασμένα κόκαλα» του Γιαν Μάρτενς ήταν μια εξαιρετικά κουραστική απόπειρα εννοιολογικού χορού, όπου τα επαναλαμβανόμενα διασταυρούμενα πέρα-δώθε τον χορευτών του μάλλον αφόρητη πλήξη προκαλούσαν παρά την αίσθηση οργουελικής δυστοπίας που επεδίωκαν, οι δε προσωπικές επιδείξεις των χορευτών του, που σχεδόν ποτέ δεν συναντήθηκαν μεταξύ τους, παρέμεναν αδιάφορες και αυνανιστικές.
Το «Sonoma» του Ισπανού Μάρκος Μοράου κατόρθωσε να διχάσει απολύτως το φεστιβαλικό κοινό: κάποιοι είδαν μια νεοφεμινιστική κραυγή, με αναφορές στο σινεμά του Λουίς Μπουνιουέλ. Προσωπικά είδα ακριβώς το αντίθετο: ένα συντηρητικό ιδεολογικά και πληκτικά νεοκλασικό χορογραφικά ατόπημα, που θα έδινε χαρά σε κάθε καθολικό πουριτανό με τις λευκοντυμένες, καλυμμένες μέχρι τον αστράγαλο, σχεδόν υστερικές χορεύτριές του.
«Η μικρή μέσα στο Σκοτεινό Δάσος» του Παντελή Δεντάκη αιφνιδίασε ευφρόσυνα με τη σκληρότητα του αφηγήματός του, τις εξαιρετικές κούκλες της Κλειώς Γκιζελή και τη θαυμάσια αφήγηση του Πολύδωρου Βογιατζή και της Κατερίνας Λούβαρη-Φασόη. Συζητήθηκε έντονα κι απέσπασε θερμότατα σχόλια από κοινό και διεθνή κριτική.
«Το Μουσείο»
Η φετινή έκπληξη του φεστιβάλ ήταν «Το Μουσείο» του Μπασάρ Μουρκούς από τη Χάιφα. Ενα τρομοκράτης μπαίνει σε ένα κατάμεστο μουσείο πυροβολώντας αδιακρίτως με ένα αυτόματο κατά του πλήθους, ανάμεσα στο οποίο βρίσκονται 49 παιδιά. Επτά χρόνια αργότερα, θανατοποινίτης, περιμένει την εκτέλεσή του συνομιλώντας με τον ανακριτή του. Ολη η ωμότητα και η κτηνωδία της ανθρώπινης φύσης συμπυκνώνεται σε δυο πρόσωπα εξίσου απεχθή, που μοιράζονται την ενοχή, τον σαδισμό και το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, εναλλάσσοντας τους ρόλους. Θέατρο με σύγχρονη αντίληψη κι ερμηνείες καθηλωτικές. Μακάρι να φροντίσει κάποιος να το φέρει στην Ελλάδα.
«Η Τριλογία των Ανήθικων Ιστοριών»
Αν και δημιούργημα της ραγδαία ανερχόμενης χορογράφου Φία Μενάρ, «Η Τριλογία των Ανήθικων Ιστοριών (για την Ευρώπη)» ήταν σχεδόν αποκλειστικά θέατρο κι όχι χορός. Στο πρώτο μέρος, «Ο Οίκος-Μητέρα», μια γυναικεία φιγούρα (συμπατριώτισσά μας;) προσπαθεί, αβοήθητη και σχεδόν χωρίς εργαλεία, να κατασκευάσει έναν τεράστιο Παρθενώνα από χαρτόνι, σαν να ακολουθεί τις οδηγίες του ΙΚΕΑ. Οταν το απεγνωσμένο εγχείρημα ολοκληρωθεί, μια δυνατή καταιγίδα θα το οδηγήσει σε κατάρρευση. Ο «Ναός-Πατέρας» του δεύτερου μέρους είναι ένας επιβλητικός Πύργος της Βαβέλ που υψώνεται χωρίς σταματημό και χωρίς νόημα υπό τις οδηγίες μιας ιέρειας που ακολουθεί ένα μάλλον πατριαρχικό σχέδιο. Η «Απαγορευμένη Συνάντηση» του φινάλε είναι μάλλον ματαιωμένη: η γύμνια και η μοναξιά του μοναδικού επί σκηνής προσώπου εκφράζουν απόγνωση. Ενα φιλόδοξo, άνισο, μεγαλεπήβολο εγχείρημα που γεννήθηκε στην Αθήνα κατά την Documenta 14.
«Βυσσινόκηπος»
Αντίθετα, ο «Βυσσινόκηπος» του άρτι εκλεγέντος νέου διευθυντή Τιάγο Ροδρίγκεζ στην Αυλή του Παλατιού των Παπών δεν αποδείχτηκε ιδιαίτερα εμπνευσμένος. Με την Ιζαμπέλ Ιπέρ να αποδίδει σωστά και μάλλον άκοπα τη Λιούμποφ Αντρέγιεβνα πλαισιωμένη από έναν πολύ καλό θίασο, ο Τσέχοφ του δεν κατόρθωσε να υπερβεί την πλήξη της αξιοπρεπούς αλλά όχι ξεχωριστής παράστασης.
Θύματα του Covid
Φυσικά, ο ιός της εποχής δεν παρέλειψε να κάνει την εμφάνισή του στο φεστιβάλ: τόσο το πολυαναμενόμενο «ΙΝΚ» του Δημήτρη Παπαϊωάννου όσο και η «Θυσία» της Ντάντα Μαζίλο ματαιώθηκαν λόγω κρουσμάτων που εμπόδισαν τις ομάδες τους να ταξιδέψουν, ενώ οι «Αυτοφαγίες» της Εύα Ντουμπιά ξεκίνησαν τις παραστάσεις τους, αλλά δεν μπόρεσαν να τις ολοκληρώσουν για τον ίδιο λόγο. Ομως το υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας και η καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ της Αβινιόν αποφάσισαν οι φετινές παραστάσεις να διεξαχθούν με τήρηση όλων των κανόνων υγιεινής, αλλά με πληρότητα 100%. Γενναία απόφαση με σαφές πολιτικό νόημα: ο πολιτισμός είναι εξίσου απαραίτητος για την πνευματική και ψυχική υγεία του κοινού όσο –για παράδειγμα- και τα αεροπορικά ταξίδια, που πραγματοποιούνται ως γνωστόν με το ίδιο ποσοστό πληρότητας. Κι όλα αυτά σε μια χώρα που υποστήριξε πλήρως τους εργαζόμενους στον χώρο των Τεχνών κατά την πανδημία, προσφέροντάς τους τη λεγόμενη «λευκή χρονιά», δηλαδή εξασφαλίζοντάς τους τα επιδόματά τους όπως την περίοδο που όλα λειτουργούσαν κανονικά. Ηδη το μέτρο παρατάθηκε ώς το τέλος του 2021.
Οποιες αναγωγές επιχειρήσει κανείς με τα καθ’ ημάς μόνο θλίψη προκαλούν. Πάντως ο Ολιβιέ Πι, κάνοντας τη συγκεκριμένη επιλογή, έδειξε ακόμη μια φορά πως έχει το θάρρος της γνώμης του, όπως ακριβώς κι όταν είχε απειλήσει να μεταφέρει το φεστιβάλ σε άλλη πόλη στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές, όταν ο Δήμος της Αβινιόν κινδύνευσε να περάσει στον υποψήφιο του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν. Ακόμα κι όσοι διαφωνούν με τις καλλιτεχνικές επιλογές του, αυτό το θάρρος οφείλουν να του το αναγνωρίσουν.
* Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής
