ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρίνα Αγαθαγγελίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα βιβλίο που μοιάζει με καλειδοσκόπιο ή με μια ιδιότυπη, προσωπική εγκυκλοπαίδεια (εκ των πραγμάτων αποσπασματική), αφιερωμένη σε όσα χάνονται, καταστρέφονται, βουλιάζουν, απορρίπτονται, περιπίπτουν στη λήθη και την αφάνεια, αλλά και σε όσα ξαναβρίσκονται, ανασύρονται από τη λήθη και επανακτώνται, είναι ο Κατάλογος απολεσθέντων της –γεννημένης το 1980 στο Γκράιφσβαλντ της Ανατολικής Γερμανίας– Γιούντιτ Σαλάνσκυ, που βρέθηκε φέτος στη μακρά λίστα του Διεθνούς Βραβείου Μπούκερ και κυκλοφόρησε πρόσφατα και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε άρτια μετάφραση του Γιάννη Καλιφατίδη.

Στο παρόν βιβλίο, που μπορεί να διαβαστεί ως συλλογή διηγημάτων ή ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα, λοξοκοιτά όμως και προς το δοκίμιο, ενίοτε και προς την ταξιδιωτική περιήγηση ή το χρονικό, η Σαλάνσκυ ιχνογραφεί τις διαδρομές της απώλειας, συμφύροντας τον ιστορικό με τον προσωπικό χρόνο και στρέφοντας το βλέμμα της σε πράγματα τελείως ανομοιογενή, όπως ένα νησί του Ειρηνικού, τα ποιητικά θραύσματα της Σαπφούς, ένα σπάνιο είδος τίγρης και το «Μέγαρο της Δημοκρατίας» στο (πρώην) Ανατολικό Βερολίνο.

Στα δώδεκα κείμενα που συναπαρτίζουν το κύριο μέρος του βιβλίου –και συνοδεύονται από εισαγωγικό σημείωμα, πρόλογο, ευρετήριο ονομάτων και κατάλογο πηγών– η συγγραφέας επιστρατεύει μια ποικιλία ύφους και αφηγηματικών τρόπων, εναλλάσσοντας παιγνιωδώς τον βαθμό εμπλοκής της αφηγήτριας με τα πρόσωπα και τα γεγονότα που συνιστούν την πρώτη ύλη της αφήγησής της.

Πότε αφουγκράζεται και αποτυπώνει χαριέντως τη συνειδησιακή ροή των χαρακτήρων (κουρδίζοντάς την σε μια ευφρόσυνη, ελαφρώς ειρωνική τονικότητα, που αναδεικνύει τις εμμονές και τις αντιφάσεις των προσώπων), πότε παρατηρεί τους χαρακτήρες όντας αποτραβηγμένη η ίδια στο βάθος, πότε ενδίδει σε αυτοβιογραφικές ανασκαφές και εξιστορήσεις (γνωρίζοντας ασφαλώς ότι το ίδιο το βίωμα είναι πια απολεσθέν, δηλαδή ξένο), πότε ενδύεται ένα αποστασιοποιημένο, δοκιμιακό ύφος, που δεν χάνει ποτέ την κομψότητα και τη διαύγειά του, και πότε τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια της, δημιουργώντας ρηγματώσεις στην επιφάνεια του κειμένου, καθώς διερωτάται για την ίδια την ύπαρξη και τη λειτουργία της αφηγηματικής φωνής: «Σύμφωνα, λοιπόν, με τις μαρτυρίες, οι νησιώτες στέκονταν στην ακροθαλασσιά, τσαλαβουτούσαν στα ρηχά νερά, πλατσούριζαν προς τη μεριά του υφάλου, χορεύοντας και αλαλάζοντας. Τι σκέφτονταν, όμως; Ποια ήμουν εγώ να το αποφασίσω; (…) Εν πάση περιπτώσει, οι νησιώτες σκέφτονταν ό,τι σκέφτονταν, έβλεπαν ό,τι έβλεπαν, και είχαν δίκιο».

Μελαγχολική φαντάζει εκ πρώτης όψεως η προσέγγιση της Σαλάνσκυ, καθώς βλέπει παντού μελλοντικά ερείπια («Κατά βάθος, κάθε αντικείμενο είναι ήδη απόρριμμα, κάθε κτίριο είναι ήδη ερείπιο, και κάθε δημιουργία δεν είναι παρά μια καταστροφή»). Κάθε πράγμα δεν εμπεριέχει απλώς ήδη το τέλος του, υπακούοντας στον νόμο της φθοράς, αλλά μοιάζει συγχρόνως καταδικασμένο στη λήθη: Αφενός τα όρια της μνήμης είναι πεπερασμένα και αφετέρου «μια μνήμη που θα διατηρούσε τα πάντα», όπως συμβαίνει εν πολλοίς με το τεράστιο ψηφιακό αρχείο της ανθρωπότητας, το ίντερνετ, «επί της ουσίας δεν θα διατηρούσε τίποτε».

Ξεσκονίζοντας αρχεία και μπαινοβγαίνοντας σε πηγές, ατενίζοντας στο παρελθόν το είδωλο του μέλλοντος και αντιστρόφως, η Σαλάνσκυ συνειδητοποιεί πως ακόμα και η ίδια η αρχειοθέτηση δεν είναι παρά μια μορφή αφανισμού, αφού επιβάλλει έναν διαχωρισμό ανάμεσα στα ζωντανά πράγματα και στα απομεινάρια, στα λείψανα. Επιπλέον, η επανεύρεση ενός σπαράγματος του παρελθόντος ή ενός μνημονικού ίχνους δεν φαίνεται να συνιστά για τη συγγραφέα μια –μερική, έστω– αναίρεση της απώλειας, όσο μάλλον μια περαιτέρω εμβάθυνσή της, καθώς το θραύσμα όχι μόνο παραπέμπει πάντα στο χαμένο όλον, αλλά και μέσα στο πλαίσιο του παρόντος νοηματοδοτείται τελείως διαφορετικά, μιας και ο κόσμος που νοηματοδοτούσε άλλοτε την ύπαρξή του έχει αντικατασταθεί πια από έναν άλλο κόσμο.

Ωστόσο, το υπόλειμμα, το θραύσμα, το χνάρι δεν νοηματοδοτείται απλώς, μα και νοηματοδοτεί. Στην πραγματικότητα, μοιάζει να λέει η συγγραφέας με ποικίλους τρόπους, δεν είναι το παρελθόν αυτό που πρέπει να διαφυλαχθεί, και μαζί του όλα αυτά που έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί, αλλά το ίδιο το βίωμα της απώλειας, που επιτρέπει το καθρέφτισμα μέσα στον βυθό του κενού, τροφοδοτεί την εικασία, τον ελεύθερο μνημονικό συνειρμό, τις απροσδόκητες διαδρομές της φαντασίας και εφευρίσκει τρόπους αναπλήρωσης, εισάγοντας έτσι μια διαλεκτική παρουσίας-απουσίας.

Με έναν λόγο ακριβείας, μεγάλης περιγραφικής δύναμης και συγχρόνως μεστό και πυκνό, και μια αφήγηση πλούσια σε πραγματολογικά στοιχεία, που ρέει ορμητικά αλλά και οργανωμένα μέσα στην κοίτη της, η Σαλάνσκυ στοιχειοθετεί, κεφάλαιο το κεφάλαιο, μια ποιητική της έλλειψης, του ίχνους και του θραύσματος, που αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια οριστικής ερμηνείας και αφήνει χώρο στην παιγνιώδη υπονόμευση, την αμφισημία και τον υπαινιγμό.