Πάρα πολλές φορές είχα ακούσει από τη Μελίνα Μερκούρη, και όχι βέβαια μόνο από τη Μελίνα Μερκούρη, για το πόσους τουρίστες από το εξωτερικό έφεραν στην Ελλάδα ταινίες που έκαναν τον γύρο του κόσμου και διαφήμισαν αυτή τη χώρα που μέχρι εκείνη τη στιγμή πολλοί στις 4 άκρες του κόσμου δεν ήξεραν καν ότι υπάρχει και αν ήξεραν δεν είχαν την ιδιαίτερη διάθεση να κάνουν τις διακοπές τους εδώ.
Ο Μιχάλης Κακογιάννης δεν το είπε ποτέ αυτό για τις ταινίες του. Ομως πάνω απ’ όλες τις ταινίες του, ο «Ζορμπάς», το 1964, δεν ήταν μόνο που με την τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική του επιτυχία έκανε ανθρώπους από τα πέρατα της Γης να έρθουν να κάνουν εδώ διακοπές, αλλά στην ουσία αυτή η ταινία σήκωσε μόνη της στις πλάτες της όλη την τουριστική έκρηξη της Κρήτης, της έτσι και αλλιώς πανέμορφης, υπέροχης και με σπάνιες παραλίες Κρήτης, από το 1964 και μετά…
Βέβαια όλα αυτά που τόσες δεκαετίες ακούγονταν από στόματα, σοβαρά μεν αλλά όχι απολύτως έγκυρα, πάνω στο συγκεκριμένο θέμα ήταν και λίγο κουβέντες του αέρα. Αισθανόσουν πάντως όταν τ’ άκουγες ότι σίγουρα ο «Ζορμπάς» έστειλε κόσμο και κοσμάκη στην Ελλάδα, αλλά μια τουριστική έκρηξη δεν μπορεί να γίνεται από μια ταινία. Είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθεί και σίγουρα θα έχουν ανακατευτεί κράτη, υπουργεία, υπεύθυνοι τουρισμού κ.λπ.
Να όμως που πλέον γι’ αυτή την άποψη υπάρχει σοβαρότατη απόδειξη και μάλιστα από έναν πανεπιστημιακό, τον κ. Δημήτρη Κούτουλα, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας, ο οποίος έκανε με πολύ προσωπικό του κόπο και έξοδα μια καταπληκτική μελέτη και ανάλυση, με τον σοβαρό επιστημονικό τρόπο που έχουν οι πανεπιστημιακές μελέτες, όπου αποδεικνύει το πόσο πολύ σημαντική ήταν η προβολή του «Ζορμπά» το ’64 και η επιτυχία της σε ολόκληρο τον κόσμο ειδικά για το νησί που ήκμασε πριν καν γεννηθεί η κλασική Ελλάδα της αρχαιότητας, την Κρήτη.
Με συνεντεύξεις από τους βασικούς συντελεστές της ταινίας, και όχι μόνο από τον Μιχάλη Κακογιάννη και τον Θεοδωράκη, με λεπτομέρειες για την ταινία, αλλά κυρίως με ντοκουμέντα αναφορικά με την εισροή χιλιάδων τουριστών μετά την προβολή του «Ζορμπά». Αρκεί να σκεφτεί κανείς, απ’ ό,τι διαβάζω στην πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του, πως η Ελλάδα το 1954 είχε 179.625 ξένους τουρίστες, οι οποίοι κάθε χρόνο αύξαναν μερικές λίγες χιλιάδες και μετά την προβολή τού «Ποτέ την Κυριακή» έφταναν τους 494.191, ενώ μετά την προβολή του «Ζορμπά» τούς 976.125.
Οπως είναι πραγματικά ενδιαφέρον να δει κάποιος το πώς μετά το 1964 ο ξένος τουρισμός προς την Κρήτη αυξάνεται με αλματώδεις ρυθμούς με αποτέλεσμα, μετά το 1979, να ξεπεράσει τη μεγαλύτερή της «αντίπαλο» που ήταν η Ρόδος.
Ο κ. Κούτουλας φυσικά μιλάει στη μελέτη του για τον ενθουσιώδη χαρακτήρα του Ζορμπά που είναι η χαρά της ζωής και το υπέροχο τοπίο της Κρήτης που αποτυπώνει ο Κακογιάννης, αλλά και την ερωτική έλξη γυναικών απ’ όλο τον κόσμο προς τον τύπο του «Ζορμπά» που ερμήνευσε ο Αντονι Κουίν και που γυναίκες κάθε ηλικίας έρχονταν από παντού ειδικά στην Κρήτη για να συναντήσουν τον δικό τους ερωτικό Ζορμπά. Είχαν στο μυαλό τους προφανώς ότι όλοι οι Ελληνες και ειδικά οι Κρητικοί είναι ένας Ζορμπάς.
Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι πως όταν ο «Ζορμπάς» βγήκε στα σινεμά αποθεώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο και μόνο στην Ελλάδα είχαν «σοβαρές αντιρρήσεις» για την αξία του. Το ακόμα πιο τρελό είναι πως στην Κρήτη είχαν γίνει έξαλλοι όλοι οι Κρητικοί με την ταινία και ειδικά για τη σκηνή της λεηλασίας του σπιτιού της Μαντάμ Ορτάνς μετά τον θάνατό της. Ξεσηκώθηκε τέτοια θύελλα που αναγκάστηκε η χήρα του Καζαντζάκη να στείλει μια επιστολή στις εφημερίδες, αναφέροντας πράγματα που δεν τιμούν καθόλου και τους Ελληνες, αλλά κυρίως τους Κρητικούς. Πού να ήξεραν στην Κρήτη τι θα επακολουθούσε.
Οπως ήταν φυσικό, πριν από λίγες μέρες που έκλεισαν 100 χρόνια από τη γέννηση του Μιχάλη Κακογιάννη, το υπουργείο Πολιτισμού το σχολίασε και το θυμήθηκε με σεβασμό, αλλά το υπουργείο Τουρισμού αγρόν ηγόραζε προφανώς, γιατί εκεί είναι σοβαροί άνθρωποι, επιστημονικά μορφωμένοι κ.λπ, που σίγουρα δεν παίρνουν και πολύ στα σοβαρά πως μια ταινία έβαλε στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη την ηρωική μεγαλόνησο.
Ομως ο Μιχάλης Κακογιάννης γενικά τις απόψεις και τις θέσεις και τις όποιες προσφορές του προς αυτή τη χώρα ποτέ δεν τις διαφήμισε και ποτέ δεν τις εισέπραξε.
Πόσοι ξέρουν πως στα χρόνια της δικτατορίας, που ήταν αυτοεξόριστος εκτός Ελλάδος, είχε παραχωρήσει το σπίτι στο Λονδίνο για να μένει η υπέροχη Αμαλία Φλέμινγκ;
Πόσοι έχουν καταλάβει ότι ένα από τα πιο σημαντικά ντοκουμέντα που υπάρχουν για την υπόθεση της εισβολής του Αττίλα το ’74 στην Κύπρο είναι το ντοκιμαντέρ «Αττίλας ’74», που ο ίδιος ο Κακογιάννης με την κάμερα στον ώμο κατέβηκε στην Κύπρο και πήρε ο ίδιος συνεντεύξεις, από τον Μακάριο μέχρι χαροκαμένες μάνες στην Κύπρο. Σπάνια ντοκουμέντα που δεν θα μπορούσε ο καθένας να καταγράψει.
Πόσοι γνωρίζουν πως ο Μιχάλης Κακογιάννης όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία, τα χρήματα και τις επενδύσεις, τα δικαιώματα από τις ταινίες και τα βιβλία του, όλα τα άφησε στην Ελλάδα, μέσα στην Ελλάδα, φτιάχνοντας το Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης που διευθύνει ο πιο δικός του από τους δικούς του ανθρώπους τα τελευταία χρόνια, η Ξένια Καλδάρα, που την εμπιστευόταν όσο ελάχιστους. Ενα ίδρυμα-στολίδι που και μόνο από το όνομά του είναι από τα πιο γνωστά σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η αρχή της μεγάλης καριέρας
Ο Μιχάλης Κακογιάννης δεν ήταν εύκολος άνθρωπος. Μπορούσε να γίνει υπέροχα καλός και μπορούσε να μην μπορεί να κρατήσει με τίποτα τον θυμό του όταν ένιωθε ότι πήγαινες να τον αδικήσεις. Ηταν δουλευταράς, δεν ήταν σνομπ, ήταν πολύ έξυπνος και πολύ καλλιεργημένος και κατάφερνε την υψηλή αισθητική του να τη μεταφέρει στα έργα του.
Είναι γνωστό πως γεννήθηκε στην Κύπρο στις 11 Ιουνίου το 1921 και έζησε θαυμάσια παιδικά και νεανικά χρόνια εκεί γιατί οι γονείς του ήταν ευκατάστατοι -μάλιστα ο δικηγόρος πατέρας του Παναγιώτης Κακογιάννης εκπροσωπούσε τους Ελληνες της Κύπρου στην ας πούμε κυβέρνηση των Εγγλέζων, οι οποίοι Εγγλέζοι, το 1937, τον είχαν κάνει και σερ με αποτέλεσμα ο Μιχάλης, που είχε πολύ χιούμορ, να λέει πως ο πατέρας του είχε γίνει «ο σερ Παναγιώτης».
Λίγο πριν από τον πόλεμο πήγε στην Αγγλία να σπουδάσει, όπου και τελικά τον βρήκε ο πόλεμος εκεί. Ασχολήθηκε με διάφορα καλλιτεχνικής φύσης πράγματα και το 1952, μετά την άρνηση του Γιώργου Τζαβέλλα να γράψει ένα σενάριο -ο Τζαβέλλας δεν έκανε ποτέ ταινίες-παραγγελία- για μια ταινία με τρεις ισάξιους ρόλους με τη Λαμπέτη, τον Χορν και τον Γιώργο Παππά (που τότε είχαν κάνει θίασο και θέλανε να κάνουν μια ταινία σαν διαφήμιση του θιάσου), η γνωριμία του στο Λονδίνο με τον Χορν έκανε τον τελευταίο να τον πάρει τηλέφωνο και να του ζητήσει να τους γράψει ένα σενάριο. Ο Χορν είχε εντυπωσιαστεί, γιατί ο Κακογιάννης σε δέκα μέρες τους έφερε το σενάριο της ταινίας «Κυριακάτικο ξύπνημα», το οποίο ο Χορν και η Λαμπέτη επέμειναν να το σκηνοθετήσει ο ίδιος. Η ταινία έσπασε τα ταμεία και έτσι ξεκίνησε η μεγάλη καριέρα του Μιχάλη Κακογιάννη το 1954.
Ο Κακογιάννης γύρισε 15 ταινίες, κάποιες από αυτές ήταν τεράστιες επιτυχίες στην Ελλάδα, κάποιες στο εξωτερικό, άλλες βραβεύτηκαν σε μεγάλα φεστιβάλ και στα Οσκαρ, κάποιες έγραψαν Ιστορία. Η «Στέλλα», «Το τελευταίο ψέμα», «Το κορίτσι με τα μαύρα» και από την άλλη ο «Ζορμπάς» και συγχρόνως η καταπληκτική ενασχόλησή του με τη μεταφορά του αρχαίου δράματος στο σινεμά, έτσι όπως κανείς δεν τα κατάφερε τόσο καλά πριν και μετά απ’ αυτόν. Και βέβαια, ένα καταπληκτικό φινάλε κινηματογραφικής καριέρας το 2000 με τη μεταφορά στο σινεμά του «Βυσσινόκηπου» του Τσέχοφ, ταινία με την οποία εντυπωσιάστηκαν οι Ρώσοι που είναι πολύ αυστηροί σε αυτά, αλλά στην Ελλάδα πήρε πάλι τις παράξενες κριτικές του…
Ο Κακογιάννης όμως έκανε και πολύ θέατρο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, από αρχαίο δράμα μέχρι σύγχρονο θέατρο, ασχολήθηκε δημιουργικά με την όπερα από το Μετροπόλιταν της Ν. Υόρκης μέχρι την Εθνική Λυρική Σκηνή, ανέβασε μέχρι και μιούζικαλ on Broadway, όταν έκανε τη μεταφορά σε μιούζικαλ του «Ζορμπά» με τον Αντονι Κουίν και τη Λίλα Κέντροβα. Συγχρόνως έγραψε βιβλία, ακόμα και στίχους δημοφιλών τραγουδιών έγραψε για τις ανάγκες των ταινιών του, όπως το «Αγάπη που ’γινες δίκοπο μαχαίρι».
Συνεργάστηκε με μύθους του σινεμά σαν την Κάθριν Χέπμπορν, τον Αντονι Κουίν, ανέδειξε τη Μελίνα όταν δεν την πίστευε κανείς με τη «Στέλλα». Πάντως παρά τη στενή του σχέση με την Ειρήνη Παππά που στην ουσία αυτός ανέδειξε σε διεθνή αστέρα, η αγαπημένη του απ’ όλες ήταν η Ελλη Λαμπέτη, όπως ομολογούσε ο ίδιος. Αγάπησε την Ελλάδα και αγωνίστηκε διεθνώς για τα δίκια της όταν χρειάστηκε…
Δεν ήταν εύκολος άνθρωπος ο Μιχάλης Κακογιάννης. Ηταν όμως ένας σπουδαίος άνθρωπος, ταλαντούχος, εργατικός, μορφωμένος, ο οποίος έκανε μια μεγάλη καριέρα σε ολόκληρο τον κόσμο ακριβώς γιατί, αντίθετα με τους περισσότερους που προσπαθούν κάτι αντίστοιχο, εκείνος τους πρότεινε την Ελλάδα μέσα από το έργο του με ελληνικό τρόπο και αυτό όλοι λατρέψανε σε αυτόν. Γι’ αυτό κι εμείς θυμόμαστε και τιμάμε αυτά τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, ε… και αν είπαμε και μια κουβέντα παραπάνω που σας στεναχώρησε, σίγουρα θα μας έχει συγχωρήσει εκεί πάνω που είναι.
