Ο Δημήτρης Βλαχοπάνος διεκδικεί μια σημαντική θέση στους θεματοφύλακες της μνήμης δίνοντας πάντα το παρόν στα σταυροδρόμια της Ιστορίας. Εχει τη μοναδική ικανότητα να κρατάει τις μνήμες, να μετουσιώνει εποχές, γεγονότα και συναισθήματα σε λέξεις πάνω στο χαρτί. Αυτή τη φορά με το καινούργιο του βιβλίο «Νομική και δέντρα εν δράσει» που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις «24 Γράμματα» καταπιάνεται με μια ακόμα μαύρη περίοδο της χώρας μας, την επτάχρονη δικτατορία.
Μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου ξεδιπλώνεται μια ολόκληρη εποχή γεμάτη αντιθέσεις. Συνυπάρχουν ήρωες και χαφιέδες, αθώοι και ένοχοι, θύτες και θύματα. Μια ζωή με παρακολουθήσεις, εκβιασμούς, γελοίες καταγγελίες, τραγικές συνέπειες. Ανθρωποι που πάλευαν για έναν κόσμο καλύτερο ζούσαν δίπλα σε ανθρώπους που δεν έβλεπαν, δεν άκουγαν, δεν καταλάβαιναν. Πολλοί απ’ αυτούς δεν κατάλαβαν ποτέ. Ο κάθε άνθρωπος ακούει ένα προσκλητήριο άλλος απ’ τη συνείδησή του κι άλλος απ’ το συμφέρον του.
Εύκολο να βρεθείς μπλεγμένος για το τίποτα. Αρκεί να διαβάζεις μια εφημερίδα που δεν πρέπει, να ακούσεις ένα τραγούδι που απαγορεύεται, να αδιαφορήσεις σε έναν έλεγχο ή σε μια εντολή της διοίκησης. Αρκεί να αγαπήσεις εκείνη που δεν πρέπει. Κι όμως η αγάπη δεν νικάει απλά, φωτίζει και όλα τα σκοτεινά μέρη του μυαλού και σε κάνει άλλο άνθρωπο.
Συναντάμε ξανά τους συνεργάτες των Γερμανών αυτή τη φορά σαν συνεργάτες του καθεστώτος με θέσεις και αξιώματα. Μαζί τους και όλοι οι αφελείς φοβισμένοι που για να μη χαλάσουν την καλή τους εικόνα γίνονταν εύκολα πιόνια της Διοίκησης. Η γενιά της Αντίστασης που δεν έσκυψε το κεφάλι πληρώνει ακόμα το τίμημα. Μαζί και οι οικογένειές τους. Διαλυμένες ζωές με δάκρυα που δεν μετρήθηκαν ποτέ και θυσίες που δεν δικαιώθηκαν ποτέ. Ξερονήσια και φυλακές γεμάτα αγωνιστές. Πόλεις γεμάτες ανθρώπους που χάνεσαι μέσα στην ανωνυμία και νομίζεις ότι κρύφτηκες.
Η επαρχία παραμένει σε μια άλλη νοοτροπία χωρίς να της λείπουν τα κακώς κείμενα της πόλης. Απλώς εδώ ήταν όλοι γνωστοί. Ο χαφιές είχε όνομα, τον ήξερες, υπήρχε ο στρατός, η υπηρεσία, το καλό όνομα. Γάμοι αποτυχημένοι, ζωές συμβιβασμένες, όπου στα μάτια των περισσοτέρων το σπουδαίο Πανεπιστήμιο της πόλης παρασύρει τα παιδιά στην αναρχία, τον κομμουνισμό και τις κακές παρέες.
Η κοινωνία που θέλει τη γυναίκα στο σπίτι να ανέχεται τα πάντα αλλάζει στάση. Οι γυναίκες παίρνουν το πάνω χέρι. Διεκδικούν τη ζωή. Τα παιδιά τους πρέπει να ζήσουν μια καλύτερη ζωή κι εκείνες το ξέρουν. Εκείνες δεν φοβούνται.
Η δικτατορία θέλησε να πλάσει τους φοιτητές όπως ήθελε, πιόνια σε ένα θλιβερό σκάκι. Πολλοί νέοι κοίταγαν χωρίς να βλέπουν. «Εκανα πως δεν άκουγα τι ήταν η Γυάρος, η Λέρος, η Μακρόνησος. Δεν ρώτησα να μάθω». Κλεισμένα αυτιά και μάτια. Από άγνοια; Από αδιαφορία; Από φόβο; Οχι δεν πάνε εκεί τους εγκληματίες. Επρεπε να το ξέρεις αυτό, έπρεπε κάποιος να σου το είχε μάθει αυτό. Είναι σκληρή η στιγμή που φεύγει η κουρτίνα και αρχίζεις να βλέπεις καθαρά. Κάποιοι έβλεπαν, κάποιοι ήξεραν, κάποιοι άλλοι ζούσαν στο δικό τους μαγικό συννεφάκι. Κάποιοι ξύπνησαν πολύ απότομα. Τα δεδομένα καταρρίπτονται. «Βλέπε, άκου, σώπα» έτσι σε μάθανε.
Κάποιες μέρες όμως τις χρωστάς σ’ εκείνον, σ’ εκείνους, που μια ζωή αγωνίζονταν για έναν καλύτερο κόσμο. Πρέπει να είσαι κι εσύ εκεί για εκείνους, στην πρώτη γραμμή. Κι εσύ; Ενοχές απέναντι στην ίδια την αγάπη, την οικογένεια, ενοχές απέναντι στο χρέος. Ο χαμένος στην αθωότητά του ήρωας δίνει τη δική του μάχη, δεν έχει μάθει για αγώνες, δεν ξέρει από θυσίες, φοβάται την κοινωνία ωστόσο την ύστατη στιγμή ρίχνει το φράγμα και τρέχει να προλάβει να είναι κι εκείνος εκεί, μαζί με τους πρωταγωνιστές της Ιστορίας στην ταράτσα της Νομικής μαζί με 4.000 φοιτητές ακόμα.
Εκεί φάνηκαν οι πρώτες αχτίδες ενός κόσμου που μπορούσε να γίνει καλύτερος. Απ’ την ταράτσα στα αμφιθέατρα και τους διαδρόμους όλοι μαζί για ένα καλύτερο μέλλον. Για κάποιους ο χρόνος σταμάτησε εκεί. Είναι κάποιες ιδιαίτερες στιγμές που συμπυκνώνουν ολόκληρες ζωές και μένουν χαραγμένες στην ψυχή.
Η Χούντα αντέδρασε με τον μοναδικό τρόπο που ήξερε. Συλλήψεις, ξύλο, βασανιστήρια, βιαιότητες, αλλά οι φοιτητές είχαν καταφέρει να γελοιοποιήσουν για μια ακόμα φορά τον θηριώδη κατασταλτικό μηχανισμό της χούντας. Δεν ήταν πια μόνο η Μπουμπουλίνας και η ΕΑΤ ΕΣΑ μαύρα σύμβολα της εποχής που προκαλούσε τρόμο. Ηταν και η ελπίδα που φάνηκε στην ταράτσα της Νομικής και θα άνοιγε λίγους μήνες αργότερα την Πύλη του Πολυτεχνείου.
Η Ελλάδα ξαναγεννήθηκε στα φοιτητικά αμφιθέατρα. Οι κακοί της Ιστορίας χάθηκαν σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Το σύστημά τους γελοιοποιήθηκε και κατέρρευσε με τα λόγια ενός μικρού παιδιού. Οι ήρωες επέστρεψαν αλλά δεν πρόλαβαν να απολαύσουν τους καρπούς της θυσίας τους. Αφησαν όμως έτοιμη τη μαγιά για όλους εκείνους που δεν κυνηγούσαν δέντρα.
Ενα βιβλίο για την Ιστορία, την αγάπη, τους αγώνες για έναν καλύτερο κόσμο. Για τη μία στιγμή που μπορεί να καθορίσει ολόκληρη τη ζωή σου. Ο συγγραφέας είναι παρών σε όλο το βιβλίο, ακολουθεί τους ήρωές του, ξεδιπλώνει τους χαρακτήρες τους, ερμηνεύει τις αποφάσεις τους και στο τέλος τους δικαιώνει.
