Πολύωρη επικοινωνία με την Αστυνομία των Αντικυθήρων είχαν το πρωί της Δευτέρας 6 Ιουλίου οι «εξαφανισμένοι» πρόσφυγες που είχαν αποβιβαστεί στο νησί το Σάββατο 4 Ιουλίου, ύστερα από τέσσερις μέρες που πάλευαν με τα κύματα και με την ελαττωματική μηχανή του σκάφους τους.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία τού ενός πρόσφυγα, με τον οποίο επικοινώνησε η «Εφ.Συν.» τηλεφωνικά το βράδυ της Παρασκευής και μέσω WhatsApp το Σάββατο, είχαν ξεκινήσει από τη Σμύρνη το μεσημέρι της Τρίτης 29 Ιουνίου, με προορισμό την Ιταλία, 35 Ιρακινοί κουρδικής καταγωγής οι περισσότεροι, κυρίως νέοι άνδρες 16 με 30 ετών, και δύο οικογένειες με τρία παιδιά. Δύο ημέρες μετά την αναχώρηση, η μηχανή άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα.
«Εσβηνε και την ξαναβάζαμε μπροστά. Αυτό έγινε 20 φορές και χάσαμε πολύ χρόνο. Την τελευταία μέρα είχε κακοκαιρία, φυσούσε δυνατά, η θάλασσα είχε κύματα. Επικρατούσε αγωνία και φόβος. Θέλαμε να φτάσουμε στην Ιταλία, δεν θέλαμε να πάνε χαμένες οι προσπάθειές μας. Φοβόμασταν πολύ, οι μετανάστες φώναζαν. Κάποιοι σκέφτονταν ότι έπρεπε να συνεχίσουμε. Αλλοι ότι δεν μπορούμε να προχωρήσουμε άλλο μ’ αυτήν τη μηχανή. Σκεφτήκαμε ότι πρέπει να βρούμε ένα ασφαλές σημείο, πριν είναι αργά και βρεθούμε τελείως ακυβέρνητοι στη θάλασσα. Αποφασίσαμε να πάμε στο κοντινότερο νησί. Αυτό ήταν το νησί των Αντικυθήρων» διηγείται στην «Εφ.Συν.» ο Μπ. από τη Σμύρνη, όπου κατέληξε μετά την επαναπροώθηση της ομάδας.
«Αλλά η βάρκα έβαζε νερά και προχωρούσε πολύ αργά μέσα στα κύματα και αποφασίσαμε ότι πρέπει να καλέσουμε το 112, αν και κάποιοι διαφώνησαν. Τους πήρα πρώτος εγώ. Ζήτησα βοήθεια, αλλά δεν μας πίστεψαν και ζητούσαν αποδείξεις. Τους έστειλα το γεωγραφικό μας στίγμα. Εξακολουθούσαν να μη μας πιστεύουν και ζήτησαν να τους στείλουμε βίντεο από το κινητό. Τους δείξαμε τις οικογένειες και τα παιδιά και είπαν ότι έρχονται να βοηθήσουν. Στο μεταξύ, ύστερα από ένα τέταρτο, φτάσαμε στο νησί και τρέξαμε στη στεριά να κρυφτούμε, αφήνοντας τη βάρκα να βυθιστεί. Οι αρχές ήρθαν μισή ώρα μετά την επικοινωνία μας και έψαχναν να μας βρουν, χωρίς να ξέρουν ότι είμαστε στο νησί», λέει.
Οι πρόσφυγες είχαν λίγο νερό και φαγητό μαζί τους και αποφάσισαν να βρουν άλλη βάρκα από την Ελλάδα ή την Τουρκία για να συνεχίσουν προς την Ιταλία. Αλλά ο διακινητής με τη βάρκα δεν ερχόταν, το νερό και το φαγητό σώθηκε και αποφάσισαν να παραδοθούν. «Μιλούσα μέσω τσατ με την Αστυνομία ώρες. Ρωτούσαν πού βρισκόμαστε. Τους είπα ότι δεν θέλουμε να γυρίσουμε στην Τουρκία αλλά να παραμείνουμε στην Ελλάδα. Μας υποσχέθηκαν ότι θα μας βοηθήσουν. Γύρω στις 3 το απόγευμα εμφανίστηκε μια ομάδα αστυνομικών που ήταν ήρεμοι. Αλλά μας οδήγησαν μέσα σε ένα μεγάλο πολεμικό σκάφος όπου υπήρχαν πάρα πολλοί αξιωματικοί με καλυμμένα τα πρόσωπα, που μας φέρθηκαν εξαρχής βίαια, μας έλεγαν να μην τους κοιτάμε, χτύπησαν μέχρι και τις οικογένειες, μας πήραν τα κινητά, τα χρήματα και ό,τι είχαμε. Εμένα με χρησιμοποίησαν για να τους κάνω τον διερμηνέα, επειδή ξέρω αγγλικά», συνεχίζει.
Υστερα από έξι ώρες, έφτασαν έξω από τη Σμύρνη, τους έβαλαν σε μια πλωτή σχεδία τρία επί τρία και τους άφησαν στη θάλασσα ακυβέρνητους. Υστερα από μία ώρα τους διέσωσε το τουρκικό Λιμενικό.
