Η θερινή διηγηματογραφική παράδοση του Ανοιχτού Βιβλίου, συνεχίζει απρόσκοπτα, για ένατη συνεχή χρονιά, με ιστορίες που γράφουν αποκλειστικά για τους αναγνώστες της «Εφ.Συν.» συγγραφείς μιας ανοιχτής τεχνοτροπικής και ηλικιακής βεντάλιας.
Αυτό το καλοκαίρι, δώδεκα συγγραφείς επιλέγουν ισάριθμους λογοτεχνικούς ήρωες (ελληνικής ή ξένης πεζογραφίας) για να περάσουν μαζί τις διακοπές τους – εντός ή εκτός συνόρων. Ενα πρωτότυπο διήγημα, με παιγνιώδη διακειμενική διάθεση (και όχι μόνο), όπου οι «παραθεριστές» ταξιδεύουν στον χώρο και στον χρόνο και μας μεταδίδουν εικόνες και σκέψεις από «διακοπές» περιπετειώδεις, διασκεδαστικές, απρόσμενες, θυελλώδεις, στοχαστικές, ερωτικές, αμφίθυμες, ειρωνικές.
Διακοπές μ’ έναν ήρωα, λοιπόν, καθώς το βιβλιοφιλικό μας ένθετο μεριμνά, εκτός από βιβλιογραφική ενημέρωση και κριτική πυξίδα, και για λογοτεχνική απόλαυση.
Μετά τον Νικήτα Σινιόσογλου, τη Βασιλική Ηλιοπούλου, την Ελενα Μαρούτσου, τη Λουκία Δέρβη και τον Παντελή Μπουκάλα, συνεχίζει ο Φαίδων Ταμβακάκης.
Το τελευταίο κύμα που με πέταξε στην ακτή φαίνεται με ξάπλωσε αναίσθητο, κι ευτυχώς δεν με πήρε μαζί του φεύγοντας. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε μέχρι να συνέλθω και να θυμηθώ πώς βρέθηκα εκεί. Με ξύπνησε η μυρωδιά από ψοφίμι και το γλείψιμο του σκύλου στο πρόσωπο. Σήκωσα το βλέμμα κι εκτός από τον σκύλο είδα έναν κοντό άντρα με παλτό και καπέλο από προβιά, μουστάκα γενίτσαρου, με ταλαιπωρημένη ομπρέλα κι ένα φυσεκλίκι στον ώμο. Αμέσως σκέφτηκα πως ήταν κομπάρσος σε ταινία.
-Μι Μπομπ, γιου; έκανε δείχνοντας τον εαυτό του κι εμένα.
-Μι Τεντ, πού να του εξηγώ.
Πρότεινε ένα φλασκί νερό, το καλύτερο νερό της ζωής μου, κι ας μύριζε τραγίλα το φλασκί.
-Γκουντ, είπα με τον σχετικό μορφασμό.
Αρχισε να μιλάει συλλαβιστά, κι έπιανα μια λέξη στις δέκα που έμοιαζε αγγλική.
-Σούτινγκ Ρόμπινσον Κρούσο; είπα για να τον διακόψω.
Αμέσως μου έβαλε την κάννη στη μούρη. «Ποιος είσαι, ποιος σ’ έστειλε;»
Της μεθόδου Στανισλάβσκι, σκέφτηκα. Κοίταξα κατά το πέλαγος. Το σκαφάκι καθισμένο στον ύφαλο έτρωγε τα κύματα και διαλυόταν. Πού να βγήκαν οι άλλοι, αν βγήκαν;
«Το σκάφος μου», του έδειξα, «καπούτ».
Με οδήγησε με το όπλο στο δεξί μέσα στην πυκνή βλάστηση ώς έναν τοίχο καμουφλαρισμένο με αναρριχητικά. Κατέβασε σκάλα, σκαρφαλώσαμε, την έριξε από τη μέσα μεριά, κατεβήκαμε.
«Ρόμπιν Κρούσο! Ρόμπιν Κρούσο» τσίριξαν τρεις παπαγάλοι ταυτόχρονα.
Μέσα υπήρχε ολόκληρη εγκατάσταση, μια σπηλιά, κουζίνα, πήλινα κιούπια κι ανάκατα αντικείμενα που θα τα ζήλευε αντικάδικο.
Συμμάζεψε και μου έδωσε ένα μαυριδερό κομμάτι κρέας.
«Νόστιμο», μην τον προσβάλω.
Χελώνα. Πού ξέρεις το όνομά μου;
Ολοι σε ξέρουν, ακόμη και οι παπαγάλοι.
Δεν έδωσε συνέχεια. Εβγαλε δύο κρυστάλλινα ποτήρια και σέρβιρε ένα ρούμι μπαρούτι. Με πιάνει πάντα υπνηλία όταν βρίσκομαι σε αδιέξοδο, μαζί με το ρούμι έπεσα ξερός όπως ήμουν με το σορτσάκι, γυμνός και ξυπόλητος κατά τα άλλα.
Μπορεί να ξύπνησα από την υγρασία που πιρούνιαζε, ή τα κουνούπια, νομίζω όμως ότι ένιωσα τον Μπομπ να χαϊδεύει το μπούτι μου. Με το που σάλεψα τράβηξε το χέρι. Δεν μου ξανακόλλησε ύπνος. Σκεφτόμουν και λίγο φοβόμουν. Από ναυαγός μιτού;
Με το πρώτο φως σηκώθηκε, σκαρφάλωσε τη σκάλα και βγήκε. Αρπαξα την ευκαιρία κι έριξα έναν υπνάκο μέχρι το μεσημέρι. Με σηκωμένη τη σκάλα δεν μπορούσα να βγω. Εψαξα λίγο στο σπιτικό του. Βρήκα κάτι να τσιμπήσω και γάλα, κι ένα κιτρινισμένο χειρόγραφο, το ημερολόγιό του. Εάν ήταν παραγωγή, είχε καλό φροντιστή. Ολα έμοιαζαν πολύ ρεαλιστικά. Το ημερολόγιο πολύ βαρετό, σαν λογιστικό βιβλίο: όργωσα, έφτιαξα τούτο, κείνο, φύτεψα, ο καιρός.
Μεσημεράκι ξαναφάνηκε με τα λάφυρα από το σκάφος μας. Βρήκε μια εργαλειοθήκη γεμάτη, σκοινιά, μαξιλάρια, κιάλια, σύρμα, και άλλα που τα άπλωσε στο προαύλιο.
Τον άφησα να τα περιεργάζεται και βγήκα για αναγνώριση του μέρους, με την ελπίδα να βρω κανέναν από τους άλλους. Εκτός από τέλειο σκηνικό για ταινίες, το νησί θα γινόταν πρώτης τάξεως ριζόρτ. Φανταζόμουν μια καλαμένια καλύβα να σερβίρει μοχίτο και σουβλάκι, εξωτικά φρούτα, μουσική λάουντζ, όμορφα, μαυρισμένα κορμιά στις αιώρες κάτω από τους φοίνικες. Είχε και καταρράκτη με γούρνες, το τέλειο σπα.
-Πώς θα πάμε σπίτια μας, Μπομπ;
Κάγχασε σαν χαλασμένη μίζα. Μου πρότεινε την πίπα του, από πηλό και πιο ζαλιστική κι από το ρούμι.
-Είμαι είκοσι χρόνια εδώ, λες να μην είχα φύγει αν ήξερα τον τρόπο;
Είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τα μισά που έλεγε, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι μου είχε συμβεί. Πώς δεν τον είχε βρει κανείς; Το αρχιπέλαγος ήταν γεμάτο τουριστικά νησάκια και η θάλασσα γεμάτη σκάφη και κότερα. Κανείς δεν πάτησε σε αυτόν τον παράδεισο;
Κάθε χάραμα σηκωνόταν και πήγαινε για δουλειά. Είχε τρία χωράφια σπαρμένα καλαμπόκι και διάφορα λαχανικά. Είχε κατσίκια, τα άρμεγε, τα έβγαζε να βοσκήσουν, τα έσφαζε. Εστηνε καρτέρι σε πουλιά, άρπαζε τεράστιες χελώνες και τις γύρναγε ανάποδα, τις έβγαζε από το καβούκι και πάστωνε όσο κρέας δεν έψηνε ή έβραζε. Μόνο ψάρεμα δεν έκανε. Οταν έφερα κάτι όστρακα και καβούρια να φάμε, με κοίταξε περιφρονητικά.
Τέτοια τρως και δεν έχεις τρίχες και το πετσί σου είναι σαν του κανίβαλου.
Προσπάθησα να του πω για διατροφή, κι ότι ξυρίζομαι όπως όλοι οι νέοι. Η αλήθεια είναι ότι ξανάβγαιναν τρίχες στο σώμα μου αλλά είχε μια σκουριασμένη λεπίδα για τα μούσια του που τρόμαζα να την ακουμπήσω.
Είχα αρχίσει να βαριέμαι. Εκανα βουτιά στις γούρνες του καταρράκτη, βολτάριζα, χάζευα με τα κιάλια ώρες.
«Μπομπ, δεν θες να παίξουμε τίποτα;» του είπα ένα βράδυ.
Με κοίταξε παραξενεμένος.
«Δεν ξέρω χαρτιά».
Την επομένη έκανα μια τράπουλα από κοχύλια και πάλεψα να του μάθω πόκα. Μάταια.
Κλότσησα μια καρύδα, μάλλιασε η γλώσσα μου, δεν καταλάβαινε.
-Μπομπ, η ζωή θέλει και διακοπές, δεν είναι μόνο δουλειά, δουλειά.
-Τα Χριστούγεννα θα σφάξω το τρυφερότερο κατσικάκι με πουτίγκα.
-Τα Χριστούγεννα είναι σε έντεκα μήνες.
-Εδώ θα είμαστε. Αν έχουμε γυρίσει στον πολιτισμό, Τεντ, θα σου φτιάξω ένα γκρογκ να ξεχάσεις το όνομά σου.
Δεν με λένε Τεντ. Θοδωρή με λένε.
Το διήγημα βασίζεται στον «Ροβινσώνα Κρούσο» του Ντάνιελ Ντεφόε, που εκδόθηκε το 1719.
Τελευταίο βιβλίο του Φαίδωνα Ταμβακάκη είναι «Η έβδομη ιστορία. Το μυστικό Σεσάτ» (Εστία, 2019)
