«Ο πιο τρελός απ’ όλους είναι ο Μύζαμ. Εχει πέσει σε δυσμένεια επειδή προκαλούσε επεισόδια στον δρόμο. Επέταξε ένα φορτηγάκι για δική του χρήση. Με αυτό τριγύριζε στους δρόμους του Μονάχου. Οπου έβλεπε κόσμο μαζεμένο, σταματούσε, ανέβαινε στην καρότσα και έβγαζε λόγο».
Ετσι περιγράφει τον Εριχ Γκούσταφ Μύζαμ ο Μπεν Χεχτ, ο Αμερικανός ανταποκριτής που βρέθηκε από το Σικάγο στο επαναστατημένο Μόναχο. Εναν ατημέλητο ποιητή που έσφυζε από αισιοδοξία, έναν μποέμ που ασφυκτιούσε με τα γραφειοκρατικά ζητήματα και μέσα στο χάος της επανάστασης έγραφε στίχους όπως «Εμπρός λαοί ξεσηκωθείτε!/ Και ενωθείτε σαν μία γροθιά./ Στα σοβιέτ αγωνιστείτε/ Και σύνθημά μας: η Λευτεριά!».
Μόνο που το κείμενό του με τίτλο «Η δημιουργία της Βαυαρικής Δημοκρατίας των Συμβουλίων» (εισαγωγή – μετάφραση Γιάννης Κέλογλου) δεν κρύβει τίποτα από την παραφορά ενός ποιητή. Είναι ένα απολογιστικό κείμενο που διηγείται τα γεγονότα από τη σκοπιά ενός αγωνιστή που συμμετείχε στην επανάσταση αυτών των ονειροπόλων. Ουσιαστικά, η απόπειρα ενός απολογισμού αυτού του επαναστατικού ξεσπάσματος, γραμμένη το 1920 στη φυλακή όπου βρισκόταν, απευθύνεται στον Λένιν. Καθώς οι μπολσεβίκοι δεν έχουν ακόμα ξεκινήσει τις διώξεις κατά των αναρχικών, ο Μύζαμ εξιστορεί τα γεγονότα, όπως τα έζησε, στον ηγέτη της Ρωσικής Επανάστασης, προσδοκώντας με αυτή την προσωπική του λογοδοσία, όπως τη βαφτίζει, να φωτίσει τα «θολά συμβάντα».
Οπως διδάσκει η ιστορία, η επανάσταση στο Μόναχο ξέσπασε αναπάντεχα και ξάφνιασε ακόμα και τους πρωταγωνιστές της. Στις 7 Νοεμβρίου του 1918, ένα συλλαλητήριο οργανωμένο από τους σοσιαλδημοκράτες, που θα απαιτούσε από την τοπική κυβέρνηση την κατοχύρωση ενός «δημοκρατικού συντάγματος», εξελίσσεται σε μια βίαιη εξέγερση που σάρωσε την παλιά τάξη.
Υστερα από τέσσερα χρόνια αιματηρού πολέμου που κατέστρεψε τη χώρα, κανείς δεν πιστεύει κι άλλες υποσχέσεις. Οι εξεγερμένοι θέλουν ένα καλύτερο μέλλον με «Ειρήνη και Ψωμί», όπως λέει το σύνθημά τους. Οι εργάτες θα ενωθούν με τους στρατιώτες και θα καταλάβουν τα κυβερνητικά κτίρια, οι κόκκινες σημαίες θα υψωθούν παντού, οι υπουργοί θα παρατήσουν τα πόστα τους, ο βασιλιάς θα εγκαταλείψει την πόλη. Ενα ολόκληρο βασίλειο καταρρέει χωρίς αντίσταση. Δύο μέρες μετά, η εξουσία ανήκει στα τριακόσια μέλη του Εργατικού Συμβουλίου του Μονάχου.
Ο Μύζαμ κινείται μέσα σε αυτή την πανηγυρική ατμόσφαιρα, προσπαθώντας να συντρίψει τις «βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις κατά του κομμουνισμού» και να προειδοποιήσει για τα πολιτικά παιχνίδια που παίζονται ενάντια στους προλετάριους. Προσπαθεί να πείσει τους εξεγερμένους στους δρόμους ότι η μόνη λύση για τη θεμελίωση της επανάστασης είναι: όλη η εξουσία στα συμβούλια.
Η μάχη για να κερδηθούν οι μάζες είναι σκληρή. Ο δημοφιλής Αϊσνερ των Ανεξάρτητων Σοσιαλδημοκρατών, που ανέλαβε την πρωθυπουργία στα πρώτα βήματα της επανάστασης, προσπαθεί να επανασυστήσει την εθνοσυνέλευση. Ο Μύζαμ και οι σύντροφοί του, οργανωμένοι πια στον «Σπάρτακο», το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, το κόμμα του Λίμπκνεχτ και της Λούξεμπουργκ, επιμένουν ότι πρέπει να διοικεί ο ίδιος ο λαός μέσα από τα συμβούλια. Οταν ο Αϊσνερ θα δολοφονηθεί από έναν ακροδεξιό, τον κόμη Αρκο, η σύγκρουση ανάμεσα στους δεξιούς σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές θα ενταθεί.
Οι περιγραφές του Μύζαμ είναι αποκαλυπτικές. Οι μάχες δίνονται στις κατάμεστες αίθουσες των συμβουλίων αλλά και στους δρόμους. Οι σύντροφοί του έχουν να αντιμετωπίσουν από τη μία τη δυσπιστία των μαζών και τον έμφυτο τοπικισμό τους και από την άλλη τις συμμορίες των δεξιών σοσιαλδημοκρατών που δρουν κάτω από το όνομα «Δημοκρατική Φρουρά» και τους συλλαμβάνουν ή τους ξυλοκοπούν. Το τέλος θα έρθει την Πρωτομαγιά του 1919, όταν οι άνδρες των Freikorps, με τις ευλογίες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, θα εισβάλουν στη πόλη. Οι οπλισμένοι εργάτες, ο Κόκκινος Στρατός που είχε ονειρευτεί ο Μύζαμ και οι σύντροφοί του αποδείχθηκε ανίσχυρος μπροστά στη θηριωδία των παρακρατικών αντεπαναστατών.
«Εριχ Μύζαμ, ποιητής υπέρ της ελευθερίας και του ανθρωπισμού». Είναι το επίγραμμα στην τιμητική πλάκα που στολίζει το σπίτι του ποιητή στο Βερολίνο. Ο Μύζαμ δολοφονήθηκε από τα SS σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, το 1934. Αφησε πίσω του δεκάδες ποιητικές συλλογές, θεατρικά έργα και πολιτικά κείμενα. Ανάμεσα τους δεσπόζει και η μαρτυρία του για την επανάσταση στο Μόναχο. Μια ιστορική καταγραφή των γεγονότων, μια παραδοχή των λαθών που έγιναν και που λειτουργεί και ως προειδοποίηση για όσους επιθυμούν να κάνουν τη δική τους έφοδο στον ουρανό.
