Γράφει εκατοντάδες χιλιάδες βιουζ το βίντεο που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο με πρωταγωνιστή υποψήφιο φοιτητή, όστις ρωτήθηκε έξω από εξεταστικό κέντρο κάπου στην Καλαμάτα για τα θέματα των πανελληνίων και τις επιδόσεις του. Οι φευγάτες απαντήσεις του, διατυπωμένες πιθανότατα υπό την επήρεια του διεθνώς αναγνωρισμένου εξαγωγικού προϊόντος του νομού, προκάλεσαν απρόσμενο κύμα δροσιάς εν μέσω πνιγηρού καύσωνα, κάνοντας να γελάσει αναζωογονητικά το τσουρουφλισμένο απ’ την κάψα χειλάκι μας. Εντελώς χαλαρός ο τυπάκος και εν ευθυμία τελών, θα μπορούσε να κάνει και πλάκα, η αφοπλιστική του ειλικρίνεια μολαταύτα κατέστησε τα λεγόμενά του απολύτως πιστευτά.
Ιδού με πόση νεανική ανατρεπτική ορμή κονιορτοποίησε τον αδυσώπητο ανταγωνισμό, στον οποίο καταδικάζει τους εφήβους το στρεβλό εκπαιδευτικό μας σύστημα. Προσωπικώς θα του ’βαζα άριστα. Καθότι μοιάζει να αποδίδει στον πεζό λόγο, δίχως να χάνει ίχνος από το νόημα και τη δύναμή του, τον διαχρονικό στίχο του Νιόνιου: «Κόμμα και ρετσίνα κι άσματα επινίκια, είμαι δεκαεξάρης, σας γ@μώ τα Λύκεια». Οι έμμετρες αποκρίσεις, βλέπεις, αντενδείκνυνται στις πανελλαδικές κι οι άνωθεν σχετικές οδηγίες αναγκάζουν τους βαθμολογητές να απορρίπτουν ως ανορθόδοξα τα ομοιοκατάληκτα γραπτά.
Δαψιλείς δόσεις γέλιου δώρισε στον εμβρόντητο ρεπόρτερ του τοπικού τηλεοπτικού διαύλου και στο πανελλήνιο. Εμφανίστηκε με μαύρη μπαντάνα στο μαλλί, με γυαλί και παντελόνι Λι, ανεβοκατεβάζοντας ανετσούμπαλα στη μύτη τη χειρουργική προσωπίδα που έφερε πλημμελώς. «’ντάαξει, εγώ ήρθα εδώ με σκοπό να γράψω Χημεία, μου λένε γράφεις Ιστορία, τους έγραψα λίγα Μαθηματικά, ό,τι ήξερα. Πάντως τα θέματα ήταν βατά, μπορούσε να γράψει ακόμα και κάποιος που δεν είχε διαβάσει. Εδώ έγραψα εγώ». Κόκαλο ο δαιμόνιος συνάδελφος.
Ιδιοφυή απάντηση έδωσε ακολούθως σε κάπως κλισέ ερώτημα. «Πολύ δύσκολη χρονιά όμως;» παρατήρησε ο κάτοχος του μικροφώνου, υπονοώντας το επί μήνες κλείσιμο των σχολείων και τη μετ’ εμποδίων διδασκαλία μέσω τηλεκπαίδευσης. «’ντάαξει, ’ντάααξει, είναι πώς το βλέπει ο καθένας» τον γείωσε ο αδιάφορος μαθητής, ο οποίος έδωσε ρέστα αμέσως μετά, αναφέροντας τους μελλοντικούς του στόχους. «’ντάααξει, ιχθυοκαλλιέργειες; Κάτι τέτοιο. Πρόβατα στην Πάτμο; Θα δείξει!».
Αναπόδραστα με τα περσινά στάνταρ θα πετύχαινε χαλαρά με τρεις-τέσσερις χιλιάδες μόρια σε κάποια σχολή ιχθυολογίας και θα τάιζε τον κοσμάκη με φτηνά λαβράκια και τσιπούρες. Θα ’ταν μάλιστα νοστιμότατα, αφού θα τα εξέτρεφε με ελλιπείς γνώσεις χημείας και χωρίς το παραμικρό άγχος. Η θεσμοθέτηση, όμως, της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής από την άπτερο Νίκη Κεραμέως τον αφήνει σίγουρα εκτός νυμφώνος μαζί με χιλιάδες συνυποψηφίους του. Οπότε θα στραφεί εκών-άκων προς τα πρόβατα στην Πάτμο ή αλλού. Και καθώς η κτηνοτροφία πνέει τα λοίσθια στη νησιωτική χώρα, θα ασχοληθεί προφανώς με τα κοπάδια των τουριστών, μαθαίνοντας την τέχνη από μέχρι πρότινος τσοπαναραίους που, αποκλεισμένοι πια από τα χαμηλόβαθμα τμήματα του είδους, συμπεριφέρονται στους ξένους σαν σε γίδια.
