«Εχετε τελειώσει το Δημοτικό, κύριε Νίκο;» ρώτησε το 1997 ο αξέχαστος Πάνος Γεραμάνης έναν αυτοδίδακτο λαϊκό καλλιτέχνη, τον Νίκο Καραβασίλη, που στα 77 του χρόνια εξακολουθούσε να παίζει μπουζούκι και να τραγουδά σε ένα κουτούκι στα Τρίκαλα.
Εκείνος γελάει: «Οχι, τι Δημοτικό; Πρώτη τάξη Δημοτικού. Κάνανε εμβόλιο και μόλις είδα εγώ ένα παιδάκι που έπεσε κάτω [προφανώς λιποθύμησε από την τρομάρα του], πήδηξα απ’ το παράθυρο και δεν ξαναπήγα σχολείο. Αυτό ήταν όλο».
Επί μισό και πλέον αιώνα ο Νίκος Καραβασίλης όργωνε τη Θεσσαλία παίζοντας σε λαϊκά μαγαζιά και πανηγύρια, ακόμα και σε κηδεία τον ανάγκασαν να παίξει στα χρόνια του Εμφυλίου. Γνώρισε τους μεγάλους του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού κι έπαιξε πλάι σε πολλούς από αυτούς: Βαμβακάρη, Γαβαλά, Ζαμπέτα, Μπέλλου. Δεν κατέβηκε ποτέ στην Αθήνα, μόνο στη Θεσσαλονίκη είχε για λίγο πεταχτεί. Δεν έκανε δισκογραφία, δεν θα τον βρούμε στο Ιντερνετ όσο και αν γκουγκλάρουμε –μόνο μια αναφορά πλάι στο όνομα του Χρήστου «Κίτσου» Τσιτσάνη, του μεγαλύτερου αδελφού του Βασίλη.
Δεν σ’ έχει το Facebook, δεν σ’ έχει το Υοu Tube; Δεν υπάρχεις! Ομως ο Νίκος Καραβασίλης υπήρξε, έπαιξε, τραγούδησε, πρόσφερε σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους το δώρο της γνήσιας λαϊκής διασκέδασης. Και χάρη στους «Λαϊκούς Βάρδους» του Πάνου Γεραμάνη, τον ακούμε να μιλά και να τραγουδά. Τον ακούμε τρόπος του λέγειν, γιατί η ηχογράφηση των τριών ωριαίων εκπομπών δεν έγινε στο στούντιο της ΕΡΤ, αλλά στη μικρή λαϊκή ταβέρνα του Θανάση Παυλιού (ή Παβλιού), σε έναν πεζόδρομο των Τρικάλων, πλάι στο ποτάμι, «σε συνθήκες θορυβώδεις», με τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια που περνούσαν εκεί γύρω, αλλά και το κελάηδημα από τις μάινες του Παυλιού, τα πουλιά που σιγοντάριζαν τον Καραβασίλη και την ολιγομελή ερασιτεχνική κομπανία του.
Εφτά παιδιά ανάστησε με ένα μπουζουκάκι ο Νίκος Καραβασίλης. Πάλκο και βιοπάλη. Και όλα τα ταπεινά μαγαζιά απ’ όπου πέρασε έχουν πια γίνει Χαμένες Ατλαντίδες. Από εδώ δεν πέρασαν, ποτέ δεν θα περάσουν ο Κυριάκος και η Μαρέβα, ο Τζεφ Μπέζος, ο Τομ Χανκς με τη συμβία του και άλλοι επιφανείς. Μαύρος Γάτος, Τρεις Κουμπάροι, Αλεπού. Μικρά φωτάκια στη λαϊκή μνήμη εκείνα τα μαγαζάκια, που τρεμοσβήνουν και χάνονται, όπως έχει χαθεί εκείνο το αγοράκι που προπολεμικά πήδησε από το παράθυρο για να αποφύγει το εμβόλιο. (Κι ελπίζω να μη θεωρηθώ οπαδός του κινήματος των αντιεμβολιαστών.)
