Η περίπτωση της 18χρονης γυναίκας που απέδρασε από τον κακοποιητή της και με τη βοήθεια αλληλέγγυων κατήγγειλε τραγικά συμβάντα τόσο πρόσφατης όσο και παλαιότερης χρόνιας σεξουαλικής κακοποίησης, ανοίγει ακόμη μια φορά τη συζήτηση για το πόσο η ελληνική πολιτεία είναι τελικά σε θέση να εγγυηθεί την προστασία των δικαιωμάτων των θυμάτων έμφυλης βίας.
Η από 11-7-2021 απάντηση της ΕΛ.ΑΣ. σχετικά με τη μη πρόβλεψη στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της παρουσίας συνηγόρου κατά την εξέταση μάρτυρα, χωλαίνει. Δείχνει να αγνοεί η ΕΛ.ΑΣ. την Οδηγία 2012/29/Ε.Ε. σχετικά με την προστασία των θυμάτων, Οδηγία ενσωματωμένη στην εσωτερική μας νομοθεσία, ήδη, με τον Ν. 4478/2017.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η 18χρονη γυναίκα, ως παθούσα σοβαρότατων σεξουαλικών εγκλημάτων, και όχι ως οποιαδήποτε μάρτυρας, δικαιούνταν να συνοδεύεται κατά την εξέτασή της από τις Αρχές από άτομο της επιλογής της, για να λάβει την απαιτούμενη υποστήριξη, πολύ περισσότερο μάλιστα θα έπρεπε να έχει άμεσα ενημερωθεί για τη δυνατότητα δήλωσης παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας, κάτι που θα την καθιστούσε διάδικο και θα νομιμοποιούνταν να διορίσει, εγκαίρως, συνήγορο.
Επιπλέον, η μη δυνατότητα άμεσης εξέτασής της από αρμόδιο/α ιατροδικαστή, επειδή η επίμαχη καταγγελία έγινε ημέρα Σάββατο, και ακόμη και στην πρωτεύουσα της χώρας η Ιατροδικαστική Υπηρεσία δεν λειτουργεί τα Σαββατοκύριακα, μόνο θλίψη και αγανάκτηση μας προκαλεί, για το σύνολο του κρατικού μηχανισμού που φαίνεται τραγικά ανεπαρκής να καλύψει στοιχειωδώς τις ανάγκες των θυμάτων.
Σε όσες και όσους εργαζόμαστε στο πεδίο της αντιμετώπισης της έμφυλης βίας δεν ακούγονται, δυστυχώς, πρωτοφανή όλα αυτά. Ας αναλογιστούμε μόνο τι κενά υπάρχουν συνολικά, ειδικά στην αντιμετώπιση περιστατικών σεξουαλικής / ενδοοικογενειακής κακοποίησης που συμβαίνουν στην απομονωμένη επαρχία, όπου τα στόματα ανοίγουν ακόμη λιγότερο και η υποστήριξη από τον περίγυρο δεν είναι πάντα δεδομένη, λόγω του φόβου κάθε λογής «αντιποίνων».
Το δικαίωμα όλων να ζουν χωρίς βία τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική σφαίρα είναι αδιαπραγμάτευτο και η εξασφάλιση ελάχιστων διαδικαστικών εγγυήσεων προστασίας δεν μπορεί να εξαρτάται ούτε από «ωράρια» ούτε από την «καλοσύνη των ξένων».
