ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Στασινοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατά τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι νέοι ποιητές και νέες ποιήτριες δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση και δοκιμάζονται στη σταθερή μικρή φόρμα του χάικου.

Το είδος έχει στη χώρα μας παρελθόν και προϊστορία τουλάχιστον ενός αιώνα, αλλά αυτοί που το καλλιέργησαν συστηματικά είναι ο Γιώργος Σεφέρης και ο Δ. Ι. Αντωνίου, χωρίς πάντως να είναι και χρονολογικώς πρώτοι. Το ιαπωνικής προελεύσεως χάικου αποτυπώνει με λιτότητα και ευστοχία μια συγκεκριμένη στιγμή και αποδίδει με ακαριαίο τρόπο την ιδιαιτερότητά της. Ποίηση λυρική, περιπαικτική και αστεία. Πρόκειται για ένα παιχνίδι με τις λέξεις και τις εικόνες. Η προβολή μιας εικόνας λειτουργεί έμμεσα υποβάλλοντας μιαν εντύπωση ή μιαν ιδέα.

Πρόσφατο ενδιαφέρον δείγμα αποτελεί το βιβλίο της Μαρίας Μπλάνα Στη ρωγμή του τσιμέντου, η πόλη με τον τρόπο του χάικου. Συγκροτείται από 49 χάικου και συνοδεύεται με σκίτσα της Ευθυμίας Ζάχου που κάποτε θυμίζουν την ιδιομορφία της ιαπωνικής γραφής. Εκτός της εικονογράφησης, η συλλογή με περισσή τυπογραφική φροντίδα, είναι τυπωμένη σε βαρύ χαρτί, με μεμονωμένες, διάσπαρτες εδώ κι εκεί, λέξεις σε κόκκινο χρώμα.

Η Μπλάνα όχι μόνο κατάφερε να αποδώσει τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά του είδους, αλλά καταγράφει με προσωπικό τρόπο περιστατικά, σκηνές και την ατμόσφαιρα της πόλης, όπως τα συλλαμβάνει και τα διυλίζει η ίδια: «έξω χαράζει / μάντεψα με τον ήχο / της σκουπιδιάρας» (σ. 10). Η ποιητική ματιά συναρτά τη φύση με τον άνθρωπο άλλοτε με διάθεση περιπαικτική και άλλοτε φιλοσοφική: «ένας άστεγος / πλένεται στο ρυάκι / εθνικός κήπος» (σ. 36) ή «ανακύκλωση / ανικανοποίητο / ανυπαρξία» (σ. 28).

Κάπου κάπου διασαλεύεται ο αριθμός των συλλαβών και η σειρά των στίχων, πράγμα όχι ασύνηθες, εφ’ όσον και σπουδαίοι του είδους (Κομπαγιάσι Ισσα) δεν ακολουθούν πάντα τη συμβατική φόρμα. Το σίγουρο είναι πάντως ότι η ποιήτρια έχει εγκύψει στο είδος του χαϊκού.


Είναι ενδιαφέρον να μιλά για δεύτερη νεότητα ένας άνθρωπος που βρίσκεται ακόμη στην πρώτη. Η Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, στην τρίτη μόλις δεκαετία της ζωής της, κάνει την παρθενική της εμφάνιση στην ποίηση με τη συλλογή Δεύτερη νεότητα. Να υποθέσουμε ότι μιλάμε για πρώιμο τρόμο μπροστά στον χρόνο που περνά και αφήνει τα σημάδια του ή για πρόδρομη αναζήτηση εμπειρίας μέσα από τις ζωές των άλλων;

Δεκατρία ποιήματα μοιρασμένα σε άνισες ενότητες με βάση τη συναισθηματική συνειδητοποίηση του ποιητικού υποκειμένου. Οι ενότητες αρχίζουν με πλαγιογράμματους αφοριστικού περιεχομένου στίχους, οι οποίοι θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και σαν κλειδιά της πρόσληψης. Αν τους απομονώσουμε και τους διαβάσουμε, σαν να είναι συνεχές κείμενο, έχουμε τη ραχοκοκαλιά της σύνθεσης.

Πολύ νωρίς η ποιήτρια νιώθει «τη σπρωξιά που μας δίνει κάποτε ο χρόνος» και δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να τον παρακολουθεί, όπως δηλώνει στο πρώτο, εισαγωγικό κατά κάποιον τρόπο, ποίημα. Μετά αρχίζει «Η γιορτή της δεύτερης νεότητας» που περιλαμβάνει την ίδια τη γιορτή, το ταξίδι και την επιστροφή. Σε μία αποστροφή εις εαυτήν η Τζιρίτα μόλις «κατάλαβε πως το μέλλον δεν έχει πρόσωπο», θα ήθελε να διαθέτει μαντικές ικανότητες παντός τύπου, για να το προοικονομήσει και να το προλάβει. Και εφ’ όσον με τη δεύτερη νεότητα προστίθεται και η εμπειρία, το επόμενο βήμα είναι το ταξίδι. Το ημερολόγιο του ταξιδιού βοηθά να μη χαθούν στιγμές και ανάσες. Μια γυναίκα στο Παρίσι «από ξένο τόπο». Ενα παιχνίδι ρομαντισμού συνδυασμένο με γεύση ελαφράς κυνικότητας, ένα παιχνίδι ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή, το φυσικό φως και εκείνο το παραπλανητικό της πόλης.

Εκεί στο ταξίδι «η αναζήτηση ύφους και προτύπων γίνεται επιτακτική», τόσο στο στάδιο της προσωπικής έκφρασης όσο και σε εκείνο της μεταφραστικής διαδικασίας. Δυσκολίες γραμματικού, σε διακειμενικές σχέσεις με αναφορά σε ποιήτριες πρότυπα που «αναμετριούνται με τη βία της γλώσσας». Μετά έρχεται το σώμα που ταλαιπωρείται, το σώμα που αγαπάει, οι τεχνικές επικοινωνίας που αλλάζουν από την «Αφή» στη «Σιωπή», ο έρωτας που «χάνει κάτι από την ελαφρότητά του» και δίνει τη θέση του στην εγκατάλειψη. Μόλις γίνει η συνειδητοποίηση, τότε μετακινείται το ενδιαφέρον «από το σύμβολο στην αλληγορία», είναι ακριβώς η στιγμή που η πραγματικότητα μεταπλάθεται με τη γραφή, και στο καταληκτικό ποίημα, κλείνει με πικρή ειρωνεία: «Γιόρταζε χθες. / Ηταν τα γενέθλια της δεύτερης νεότητας / Δεν τιμήθηκαν κατά πως έπρεπε – μεγαλοπρεπώς – / μα φάγαμε και ήπιαμε / καλά».

Εν κατακλείδι ο χρόνος πρόδρομα ιδωμένος από τη θέση της πρώτης νεότητας στις εμπειρίες και τις αμφίβολες εξελίξεις της δεύτερης, αλλά, κυρίως, αυτοαναφορικές δυσκολίες εκκολαπτόμενου ποιητή στο παιχνίδι της ποίησης το οποίο, όπως όλα δείχνουν, η Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου έχει πάρει πολύ σοβαρά.