«Μεγάλη κυρία του θεάτρου», «Η ηγερία του Θεάτρου Τέχνης και του Κουν». Μερικές φορές δεν αρκούν οι τετριμμένες εκφράσεις για να περιγράψεις μία τόσο μεγάλη απώλεια για το ελληνικό θέατρο. Καλύτερα, λοιπόν, λιτοί. Στα 81 της χρόνια πέθανε μία πολύ μεγάλη ηθοποιός και μία σπουδαία, ανοιχτόμυαλη προσωπικότητα των γραμμάτων και των τεχνών. Η Μάγια Λυμπεροπούλου.
Την είδηση του θανάτου της, χθες το μεσημέρι, από έμφραγμα, μετέφερε η επίσης ηθοποιός, μαθήτριά της, Βίκυ Βολιώτη και κοινοποίησε στα social media ο θεατρικός κριτικός Γιώργος Σαρηγιάννης, με την επισήμανση ότι η Λυμπεροπούλου «έφυγε» όπως το ήθελε: «Μόνη, ανεξάρτητη, χωρίς να ταλαιπωρηθεί, με κάποιους ανθρώπους που της άξιζαν γύρω της». Το είχε άλλωστε σχεδόν ευχηθεί σε μία συνέντευξή της: «Από μένα δεν περιμένω πια πολλά πράγματα. Καλά γεράματα. Να μην έχω την ξεφτίλα μιας αρρώστιας».
Είχε γεννηθεί τον Μάρτιο του 1940, στην Αθήνα. «Γεννήθηκα στα Πατήσια. Εκεί έμεινα για πολλά χρόνια. Κατάγομαι από καλή οικογένεια, από εμπόρους σιτηρών που δραστηριοποιούνταν στη Βουλγαρία, αλλά με τους Βαλκανικούς Πολέμους γύρισαν στην Ελλάδα. Μετά τη θητεία μου στην Πάτρα, γύρισα στα Εξάρχεια, όπου μένω τα τελευταία 20 χρόνια. Μου αρέσει που η πλατεία έχει δοθεί στους κατοίκους και υπάρχουν όλοι αυτοί οι σύλλογοι», έλεγε η ίδια σε μια συνέντευξή της στη Lifo και τον Σταύρο Διοσκουρίδη.
Με το θέατρο ήρθε σε επαφή ήδη από τα σχολικά της χρόνια. Φοιτώντας στο αμερικανικό Κολέγιο Πιρς, με το θέατρο και τα καλλιτεχνικά μαθήματα να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπαίδευσης, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει μερικούς από τους σπουδαίους κλασικούς δραματουργούς. Ετσι αποφάσισε εγκαίρως πως αυτό είναι ό,τι θέλει να κάνει στη ζωή της. Και, πράγματι, παράλληλα με την είσοδό της στη Νομική Σχολή, έδωσε εξετάσεις και πέρασε στη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, κρυφά από τους δικούς της.
Κι εκεί θήτευσε σ’ ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά σχήματα της Ευρώπης, δίπλα σ’ έναν διορατικό κι αξεπέραστο Δάσκαλο του θεάτρου, την εποχή που ο Κουν άνοιγε δρόμους κι εμπιστευόταν στους μαθητές του πρωταγωνιστικούς ρόλους προτού ακόμα να αποφοιτήσουν: «Ο Κουν ήταν μοναδικός. Ενας άνθρωπος συνεσταλμένος εκτός πρόβας, αλλά και ταυτόχρονα τρομερά γοητευτικός. Αλλαξε τα πάντα στο ελληνικό θέατρο. Ενα πολύ απτό παράδειγμα είναι το Υπόγειο, που ανάμεσα στις δυο κολόνες του έχει ένα διάστημα 8,5 μέτρων και θεωρούνταν “τρύπα” όταν έγινε. Το πρώτο κυκλικό, το πρώτο που άλλαξε την τυπολογία του ηθοποιού, το ρεπερτόριό του. Τώρα συνειδητοποιώ πως τότε εμφανίστηκαν οι πρώτοι άρρενες ηθοποιοί με λαϊκό physique. Αλλαξαν τα υφάσματα […] Πάνω απ’ όλα, όμως, το ρεπερτόριο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε το σοκ όταν γίνονταν για πρώτη φορά αναγνώσεις του Πίντερ, του Ιονέσκο, του Μπέκετ. Βασίλευε άκρα του τάφου σιωπή», έλεγε η ίδια αποτιμώντας την πολύτιμη αυτή θητεία της.
Μετά την αποφοίτησή της παρέμεινε στο πλευρό του Κουν ως καλλιτεχνική συνεργάτιδά του μέχρι το 1971, οπότε έφυγε κι εγκαταστάθηκε μονίμως στη Γαλλία, όπου σπούδασε κινηματογράφο και εργάστηκε παράλληλα στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Δεν άφησε φυσικά ποτέ το θέατρο, ακόμα και ως θεατής: «Προσωπικά πρωτοείδα παράσταση του Μπομπ Ουίλσον στο Παρίσι το ’72 και τρέκλιζα για μία εβδομάδα. Λεγόταν “Το βλέμμα του κωφού”, βωβή παράσταση. Συνεργάστηκα μαζί του αργότερα στο Μέγαρο Μουσικής, στον “Προμηθέα” του Ιάννη Ξενάκη. Με επτά μόνον πρόβες και ένιωσα αφάνταστα προστατευμένη μέσα στη δουλειά του», εξομολογούνταν στον Θανάση Νιάρχο.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, το 1976, αφοσιώθηκε και πάλι στο θέατρο, ως ηθοποιός αλλά και σκηνοθέτρια. Συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο, το Θέατρο Τέχνης, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας κ.ά. με ερμηνείες που πέρασαν στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου και σ’ ένα ευρύτατο ρεπερτόριο που περιλάμβανε από κλασικούς ρόλους μέχρι και -αυτό που είχε διδάξει ο Κουν στους μαθητές του- την ανάδειξη σύγχρονων αριστουργημάτων, όπως η δραματουργία του Γιώργου Χειμωνά.
Η Μάγια Λυμπεροπούλου υπήρξε όμως και «ψυχή» του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, η προσωπικότητα που ταυτίστηκε με αυτό, από την ίδρυσή του τον Ιούνιο του 1988 (υπό τη δική της καλλιτεχνική διεύθυνση και του Βίκτορα Αρδίττη) έως και το 1993. Πιο σποραδικά έκανε και κινηματογραφικές εμφανίσεις, με πρώτη αυτήν στην ταινία του Βασίλη Βαφέα «Ανατολική περιφέρεια» (1979) και έκτοτε και στις ταινίες «Τόπος» της Αντ. Αγγελίδη, «Καβάφης» του Γ. Σμαραγδή, «Η γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα» του Ν. Παναγιωτόπουλου κ.α. Ξεχωριστό κεφάλαιο της πορείας της ήταν και η διδασκαλία της υποκριτικής, ξεκινώντας από το 1976 και τη Δραματική Σχολή του Λαϊκού Πειραματικού Θεάτρου που είχε δημιουργήσει ο Λεωνίδας Τριβιζάς.
Ενα ολόκληρο ξεχωριστό κεφάλαιο ήταν οι απαγγελίες της (όπως π.χ. στο θεατρικό αναλόγιο του Εθνικού Θεάτρου με τις ραψωδίες της «Ιλιάδας» στη νέα μετάφραση τότε του Δ. Μαρωνίτη ή στο «Avanti Dario», παράσταση – αφιέρωμα στον Ντάριο Φο από τους Λ. Νικολακοπουλου – Στ. Κραουνάκη στο Ηρώδειο). Εχει μείνει άλλωστε θρυλική η εμμονή της με τη γλώσσα και τη σωστή θεατρική εκφορά του λόγου, αλλά και η σχέση της με τη μεγάλη λογοτεχνία και ποίηση, καταρχάς ως αναγνώστριας. «Οταν ένας νέος είκοσι χρονώ δεν έχει διαβάσει ούτε ένα βιβλίο του Ντοστογιέφσκι και όταν του το συνιστάς το αποκαλεί “τούβλο”, δηλαδή πολύ μεγάλο, τι να κάνει ως ηθοποιός;», έλεγε.
Ας κρατήσουμε ως παρακαταθήκη και τον επίλογο του κειμένου της στο περιοδικό «Σκηνή» του Τμήματος Θεάτρου του Αριστοτελείου, με θέμα «Ο ηθοποιός και το κείμενο»:
«Δυο σώματα.
Το σώμα του ηθοποιού και το σώμα του λόγου.
Μπορεί να προκύψει μια ερωτική πράξη με σκοπό όχι μόνο την απόλαυση αλλά και την αναπαραγωγή.
Το γνωρίζει. Το κατακτά. Το συλλαμβάνει. Το εγκυμονεί και το γεννά.
Και πεθαίνει σε κάθε παράσταση, μαζί του».
