Αν διαβάζαμε στο βιβλίο απλώς ότι ένας άνθρωπος κατάφερε να αψηφήσει τον νόμο της βαρύτητας και να περπατήσει ανάποδα στο ταβάνι, θα εισερχόμασταν στις σελίδες του προσδοκώντας ένα έργο επιστημονικής φαντασίας ή/και κωμικής ανατροπής του φυσιολογικού.
Ομως αν σ’ αυτό το μίγμα προσθέσουμε την Ανοιξη της Πράγας το 1968 (θυμίζω ότι το βιβλίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1970) και την ολοκληρωτική φύση των πάλαι ποτέ σοσιαλιστικών καθεστώτων, τότε θα καταλάβουμε ότι το μυθιστόρημα του Τσέχου Πάβελ Κόχουτ είναι κατεξοχήν πολιτικό. Ο ίδιος ο συγγραφέας μάλιστα εναντιώθηκε στο τσεχοσλοβακικό καθεστώς και -κατά τη διάρκεια της Ανοιξης της Πράγας- τάχθηκε με το μέρος των εξεγερμένων, με αποτέλεσμα να τεθεί υπό παρακολούθηση από την κρατική ασφάλεια. Το 1978 μετοίκησε στη Βιέννη, όπου δούλεψε στο θέατρο, αλλά, όταν επιχείρησε να επιστρέψει στην Τσεχοσλοβακία, δεν έγινε δεκτός κι έτσι παρέμεινε μόνιμα στην αυστριακή πρωτεύουσα.
Από τότε που ο νόμος της παγκόσμιας έλξης, δηλαδή της βαρύτητας, διατυπώθηκε από τον Ισαάκ Νεύτωνα όλοι πλέον τον θεωρούν καθολικό κι αμετάβλητο. Οταν όμως ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής και Καλλιτεχνικών, Ανταμ Γιουράτσεκ, καταφέρνει με τη δύναμη της θέλησης να τον παραβιάσει και να περπατήσει στο ταβάνι, κλονίζονται τα θεμέλιά του και τίθεται σε αμφιβολία κάθε φυσικός νόμος που διαχρονικά προβαλλόταν ως απόλυτος. Μάλιστα στη μικρή κοινωνία του Κ., μέλη της οποίας είναι αυτόπτες μάρτυρες στο απρόσμενο στιγμιότυπο που επαναλήφθηκε πολλές φορές, προκαλείται σύγχυση, ενώ ακόμα και τα τοπικά στελέχη του Κόμματος αναγκάζονται να το αποδεχτούν, όσο κι αν φαίνεται παράλογο.
Η καταστρατήγηση ωστόσο αυτή δεν είναι μια απλή ανατροπή ενός φυσικού νόμου. Οπως η άποψη του Γαλιλαίου περί ηλιοκεντρικού συστήματος θεωρήθηκε ότι κλονίζει τα χριστιανικά θεμέλια, έτσι και η μετεώριση του Γιουράτσεκ εκλαμβάνεται ως πολιτική προβοκάτσια που ενδέχεται να οδηγήσει στη διασάλευση των νόμων γενικά. Είναι μια ανατρεπτική πράξη. Αρα το προφανές καταδικάζεται, όχι με επιστημονικούς όρους, αλλά με την πολιτική σφραγίδα που το κατατάσσει στα διαβρωτικά της κοινωνίας φαινόμενα.
Ο ολοκληρωτισμός δεν φοβάται μόνο τις κοινωνικές ανατροπές, αλλά και κάθε αλλαγή στο παγιωμένο σύστημα, ακόμα και στην επιστήμη, καθώς μέσω τέτοιων μεταβολών μπορεί να υιοθετηθεί η αντίληψη ότι όλα αλλάζουν, όλα είναι ρευστά κι επομένως όλα είναι πιθανόν να τροποποιηθούν, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.
Η κατηγορία λοιπόν δεν αφορά την επιστημονική δεοντολογία αλλά τον κλονισμό «βασικών αρχών της δημοκρατίας», καθώς η πράξη του πρωταγωνιστή θεωρείται ότι ναρκοθετεί το κοινωνικό συμφέρον. Πρόκεται για άλλη μία προσπάθεια της πολιτείας να ελέγξει και να πατάξει εντέλει την «απειθαρχία» του Γιουράτσεκ απέναντι στη φύση και τους νόμους, η οποία τελικά θεσμικά θα αποτύχει. Ο ελιγμός βέβαια του δικαστηρίου τον αθωώνει, επειδή θεωρεί ότι όλα έγιναν με ομαδική ύπνωση, η οποία υπέβαλε ως υπαρκτή την άπωσή του στο ταβάνι, κάτι που στην πραγματικότητα δεν έγινε ποτέ, αλλά επρόκειτο για ψευδαίσθηση! Κι όπως συχνά συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις ο (αντι)ήρωας κλείνεται σε κλινική για να «θεραπευτεί», όπου -βεβαίως βεβαίως- συνεχίζει να αιωρείται πάνω από το έδαφος.
Ο τρόπος σύνθεσης του μυθιστορήματος, που γίνεται με την εναλλαγή της αφήγησης και της παράθεσης τεκμηρίων (απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις, πρακτικά, ανακρίσεις, ομιλίες κ.λπ.), παραπέμπει -όπως και σε άλλα μυθιστορήματα- στην αντικειμενική λογική, η οποία θέλει τα πάντα να είναι αποδεδειγμένα, τεκμηριωμένα και αδιάσειστα, αλλά συνάμα ελέγξιμα και χειραγωγήσιμα. Ακόμα περισσότερο, τα ντοκουμέντα, όταν τίθενται στην υπηρεσία της επιστημονικής φαντασίας, κινούνται σε ασύμπτωτη τροχιά με την ανατρεπτική αλήθεια που προβάλλουν, με αποτέλεσμα το βιβλίο να εκπέμπει δόσεις χιούμορ και υποδόριας αλλά δυναμικής ειρωνείας.
Εχουμε στην ουσία ένα είδος αντι-«σοσιαλιστικού ρεαλισμού», όπου όλα φαίνονται ουδέτερα και ντοκουμενταρισμένα, αλλά κατά βάθος η ανατροπή είναι πιο πραγματική από τη θεωρία και την επιστήμη. Οι τελευταίες έχουν τα δικά τους θέσφατα, τα οποία όμως ανά εποχές αλλάζουν και τίποτα δεν είναι αμετάβλητο. Ομως οι σκληροπυρηνικοί πολιτικοί, όπως αυτοί που διοικούσαν στα καθεστώτα του Ανατολικού Μπλοκ, αρνούνται να προσαρμοστούν στις αλλαγές, εμμένουν δογματικά σε ό,τι έχει παγιωθεί και με προκρούστειο τρόπο ακρωτηριάζουν το καινούργιο.
Ο Πάβελ Κόχουτ έγραψε την απόλυτη αλληγορία, που σατιρίζει με χιούμορ και ειρωνεία το πώς η πολιτική αντιμετωπίζει την πραγματικότητα όταν η τελευταία δεν συμφωνεί με την ιδεολογία της πρώτης. Αρνείται να δει την αλήθεια, μιλά για αποσταθεροποίηση, εθελοτυφλεί, προκειμένου να μην αλλοιωθεί η σταθερή/στατική πλευρά των πραγμάτων, γίνεται εν τέλει συντηρητική που επιχειρεί με κάθε τρόπο να διατηρήσει τα παραδεδεγμένα. Κι όποιος καινοτομεί και στην πράξη αποκαθηλώνει πάγιες αντιλήψεις και «αιώνιους» νόμους, ακόμα κι αν αποδεδειγμένα έχει δίκιο, αντιμετωπίζεται ως προπαγανδιστής, ως νοσηρό στοιχείο, ως επικίνδυνος προβοκάτορας και τελικά ως ψυχικά ασθενής, προκειμένου να μη διασαλεύσει την καθεστηκυία τάξη.
