Κάποιοι κάτοικοι των μεγαλουπόλεων, εκεί κατά το τέλος του χειμώνα, αρχές της άνοιξης, σκέφτονται την απόδραση από την πόλη τους. «Να πάμε σε κανά νησάκι» είναι μια προσφιλής φράση των νεολαίων. Τα νησιά για τους ανθρώπους των πόλεων είναι τόπος διακοπών. Τους φέρνουν στον νου θάλασσα, παραλίες, μπάνια, γλέντια, παρέες, φιλίες, έρωτες· ανέμελη καλοκαιρινή ζωή.
Λιγοστά ρούχα, άναμμα φωτιάς στο κατάγιαλο, σκηνές, υπνόσακους, ξενύχτια μέχρι που θα μπούνε στο πλοίο της επιστροφής. Τότε αποθηκεύουν αναμνήσεις για τον χειμώνα, για τα επόμενα χρόνια. Συγκεντρώνουν σε μικρά κουτιά πολύχρωμα βότσαλα, κοχύλια, αστερίες. Παραδίπλα τοποθετούν τα θαλασσινά ασπρόξυλα. Τέλος, μεταφέρουν στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή τις πάρα πολλές φωτογραφίες.
Πίσω μένουν οι μόνιμοι κάτοικοι των νησιών, με τα δικά τους θέματα και προβλήματα. Οσο μικρότερο είναι το νησί τόσο μεγαλύτερα είναι τα προβλήματά του. Στη μέση του καλοκαιριού ένα αόρατο χέρι τα παραμερίζει, τα κρύβει. Αυτό κρατά μέχρι λίγο μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Τότε κάθε μέρα που περνά βαραίνει όλους – κι αυτούς που φεύγουν κι αυτούς που μένουν. Εως ότου όλοι επιστρέψουν και ακολουθήσουν τους ρόλους που είχαν και έχουν στην καθημερινή και κοινωνική ζωή τους.
Τότε σκέφτεσαι κάποιους συμπολίτες μας, οι οποίοι για την κοινωνική και πολιτική ζωή τους, δηλαδή για τις ιδέες τους, βρέθηκαν, χωρίς να το επιθυμούν, σε κάποια νησιά της άγονης γραμμής· στον Αϊ-Στράτη, στη Φολέγανδρο, στην Ανάφη, στη Γυάρο, στη Μακρόνησο, στην Ικαρία. Κάποια από αυτά τα νησιά που σήμερα είναι επιθυμητοί, ζηλευτοί τόποι διακοπών, γι’ αυτούς ήταν τόποι εκτοπισμού, απομόνωσης και εξορίας.
Κάθομαι στην αριστερή άκρη του λιμανιού του Αγίου Κηρύκου, της Ικαρίας. Κάπου εδώ φωτογραφήθηκαν τα αδέρφια Μίλτης και Μαρία Παρασκευαΐδη, όταν επισκέφθηκαν, από το νησί τους τη Λέσβο, τον εξόριστο αδερφό τους Θανάση. Κοιτάζουν τον φακό όπως φωτογραφίζονται οι σημερινοί τουρίστες· για ανάμνηση, ενώ αυτοί ήταν σε τόπο εξορίας. Πίσω τα κτίρια του λιμανιού δεν μοιάζουν με τα σημερινά, τα οποία όλα έχουν μετατραπεί σε τουριστικά μαγαζιά. Την άψυχη μορφή τους θα έφεραν πίσω στο νησί για ενθύμηση και παρηγοριά, μέχρι να επιστρέψει ο αγαπημένος τους αδερφός. Σε ολόκληρο το νησί είχαν εκτοπιστεί μέχρι και δεκαπέντε χιλιάδες πολιτικοί εξόριστοι, περισσότεροι από τους κατοίκους του.
Σε κάθε ταπεινό κτίσμα εγκαταστάθηκαν εξόριστοι. Οι ντόπιοι τούς αγκάλιασαν, τους φιλοξένησαν, έζησαν μαζί, δούλεψαν, συνεργάστηκαν, μοιράστηκαν το έχει τους. Κάθε σπιθαμή γης καλλιεργήθηκε, φυτεύτηκε και τα αγαθά κατανέμονταν σε όλους. Περπατώ σε μικρά μονοπάτια, στέκομαι μπροστά σε πέτρινα μισογκρεμισμένα σπιτάκια, σε παρατημένες πεζούλες. Νιώθω γύρω μου τις ψυχές των ανθρώπων αυτών, που χωρίς τη θέλησή τους βρέθηκαν εδώ στη Νικαριά. Προσκυνώ.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
