ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΜΕΡΑ ΛΑΜΠΡΗΣ αναχώρησε προς τους επουράνιους ιάμβους, στα εβδομήντα έξι του, ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της Γενιάς του ’70 που συνέταξε, μεταξύ άλλων, την ελληνική ανθολογία του θανάτου, στα αχερούσια ρείθρα του οποίου περιστρέφεται το ποιητικό του σύμπαν. Ιδού δεινό δείγμα στίχων του Κώστα Παπαγεωργίου:

ΑΡΚΕΙ Η ΑΓΑΠΗ Κι αν το μελάνι στάζει αργά στον θόλο τ’ ουρανίσκου και απλώνεται ύστερα ανεπαίσθητα στη χλόη της γλώσσας, τις λέξεις κάνοντας ν’ ακούγονται δυσδιάκριτες, τα γράμματα ν’ αλλοιώνεται το σχήμα τους -του ρο η ουρά λειψή, του λάμδα ξεχαρβαλωμένο το αντιστήριγμα- η αγάπη αρκεί. Κι εξάλλου η ακοή δεν ξέρει ανάγνωση· αγράμματη είναι ας υποδύεται ότι ναι· δεν ξέρει ούτε τον ήχο των γραμμάτων να διακρίνει τόσο αγράμματη. Αγνοεί το πέρασμα του νοήματος πώς γίνεται και αρκείται στο άκουσμα μονάχα του ρυθμού που τσακισμένος βγαίνει έστω τρικλίζοντας ν’ ακούγεται και αργά η ανάσα του να χάνεται. Γι’ αυτό σου λέω η αγάπη αρκεί.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ Τόσο άδειος που έγινα πουλί. Τόση σιωπή που ακούγομαι τραγούδι αλλ’ αν το τραγούδι ζήλευε την ειλικρίνεια μιας μαργαρίτας δεν θα είχε τι να πει στο μάδημά του. Μπορεί επειδή η διαφάνεια υπερισχύει του χιονιού και όταν συμβαίνει αυτό τον τελευταίο λόγο η λάσπη θα έχει.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ Μπροστά στη μισάνοιχτη πόρτα της επόμενης μέρας με ακόμα οι ώρες της τόσο νωπές και ασχημάτιστες· δεν διακρίνονται μα όλες μαζί ένα κράμα μουντό και αξεδιάλυτο κάνουν. Εγώ κρατημένος και σαν από προαίσθημα κακό δεν θέλω να μπω – ας βουίζουν στ’ αυτιά μου τα επόμενα· παριστάνω ότι δεν και ότι δήθεν ανέμελα ρίχνω πέτρες στης περασμένης νύχτας το παράθυρο. Ακούω σπασίματα γυαλιών και τότε σκέφτομαι μπορεί κάποιος δικός μου αγαπημένος να χαμογελάει κρυφά.

ΜΕΡΕΣ Δεν είναι οι μέρες που θα ‘ρθουν τις άλλες τρέμω/ που ήρθαν και θρονιάστηκαν την αίγλη επετείων/ διεκδικώντας/ αυτές που δεν βολεύτηκαν ανάμεσα στο χθες και/ στο αύριο/ δεν χώρεσαν στο ημερήσιο σώμα τους/ το φως και το σκοτάδι τους δεν έλιωσε/ μες στην τακτή διάρκεια της ταφής τους.

ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ Στο πάτωμα ένα βρώμικο χαλί τόσο υγρό σαν από λάσπη ανασυρμένο που όσο το έβλεπα δεν πρόλαβα ούτε να σκεφτώ κι όμως μου πέρασε απ’ τον νου ότι του ύπνου μου είναι αυτό το ιπτάμενο χαλί κι ότι άραγε από τι όνειρα θα λέρωσε. Οταν εκείνη τη στιγμή ακριβώς μπροστά μου στέκεται ένας άγνωστος· θλιμμένος μάλλον με τη θλίψη του πατέρα μου αλλ’ άγνωστος μου φάνηκε εντελώς και με ρωτάει θλιμμένος έτσι ότι με τόσο βρώμικο χαλί πώς ονειρεύομαι και τι όνειρα μπορεί να δει μέσα στη λάσπη ο ύπνος του.

ΣΑΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Στα κελιά παλιάς μουσικής κατοικούν οι ερημίτες του ονείρου. Ποτέ κανείς τους δεν σκέφτηκε τα κεριά της ακοής του να σβήσει. Η κάθε τους μέρα παριστάνει φτυστή τη θλίψη της παραμονής της κι έτσι ποτέ κανείς δεν ενδιαφέρεται για το αύριο.