Όλη η ομορφιά σε ένα παραμύθι εντοπίζεται στο φανταστικό στοιχείο του. Αλλά και στο γεγονός ότι αφορά συνήθως μια μικρή κοινότητα ανθρώπων, στην οποία προκύπτουν διάφορα τεχνουργήματα και κάποια στιγμή, στο τέλος, οι ήρωες ζουν «καλά και εμείς καλύτερα». Φαντάζει παράξενο που στις σημερινές κοινωνίες, καθόλα εξορθολογισμένες, εξατομικευμένες, απομαγευμένες, να γνωρίζουν τεράστια εμπορική επιτυχία οι λογής-λογής παραμυθίες, όπως για παράδειγμα ο «Χάρι Πότερ» κ.α.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Μα γιατί το μυθικό στοιχείο συνδέεται με την ανάγκη ένταξης στην κοινότητα που τόσο πολύ έχει ανάγκη ο εξατομικευμένος εαυτός μας, κατά τον Άντερσον (Φαντασιακές Κοινότητες). Και όχι με την κατανάλωση μιας θνησιγενούς ζωής τού ανθρώπου-καταναλωτή αισθήσεων του Μπρωντιγιάρ – Δηλαδή μια ζωή που είναι πατριαρχικά πλασμένη, παράγει μη βιώσιμες ανθρώπινες σχέσεις που έχουν ως βασικό γνώμονα την επερχόμενη απώλεια και, κυρίως, την ανδρική κυριαρχία.
Το αίτημα για την ουσιαστική ισότητα των φύλων αφορά, διαχρονικά, την ανάπτυξη της ανθρώπινης συνεργασίας και όχι τον εκφυλισμό μιας συμβατικής κοινωνικής συνθήκης. Η ίδια η δυναμική τού φεμινιστικού κινήματος αφορά, τελικά, την καλλιέργεια της συλλογικότητας, της κατανόησης, της δημιουργικότητας γύρω από τις ανθρώπινες ιδιότητες – Εκείνες που ξεχωρίζουν έναν άνθρωπο από ένα κοπάδι με ζώα.
Τα πατριαρχικά πρότυπα είναι παντού, μακιγιαρισμένα ή όχι, παράγονται και αναπαράγονται με φρενήρεις ρυθμούς στην καθημερινότητα: Για παράδειγμα η επιφανειακή εικόνα τής γυναίκας στη βιομηχανία της διαφήμισης, αποτελεί αναπαράσταση της επιφανειακής εικόνας του άντρα. Εγκλωβισμένη, φυσικά, στο οριακό δίπολο άντρας-γυναίκα. Με αποτέλεσμα να προκύπτει αυτό που η Κολέτ Ντόουλινγκ έχει χαρακτηρίσει ως Cinderella Complex, δηλαδή το Σύνδρομο της Σταχτοπούτας: Ο κρυφός γυναικείος φόβος απέναντι στην ανεξαρτησία. Γιατί, ναι, το πατριαρχικό κοινωνικό μοντέλο, δηλαδή οι περισσότερες κοινωνίες διαχρονικά σε ολόκληρο τον πλανήτη – φυσικά ανάμεσά τους βρίσκεται και η ελληνική κοινωνία, ευνοούν τη μη χειραφέτηση σε γυναίκες και θηλυκότητες, ακριβώς για να προκύπτει ο φόβος απέναντι στην ανεξαρτησία τους.
Κι εδώ είναι που έχουν ενδιαφέρον οι μελέτες του Αντόρνο, καθώς αποζητά την συνταύτιση της ανθρώπινης φύσης με την κοινωνία – Δηλαδή την ανθρώπινη χειραφέτηση για να υπάρξει, τελικά, μια καλύτερη κοινωνία. Η ίδια η νεωτερικότητα όμως συνταύτισε το ατομικό και συλλογικό πεπρωμένο με τον άνθρωπο και την κοινωνία, κάτι που με όρους εξουσίας σημαίνει ότι οι αδύναμοι της κοινωνίας παραμένουν πάντα αδύναμοι και, με μια έννοια, οι ισχυροί έχουν ετοιμάσει για εκείνους ένα συγκεκριμένο μέλλον.
Αν όπου υπάρχει η λέξη «αδύναμοι» αντικαταστήσουμε με τη λέξη «γυναίκες», «θηλυκότητες» ή «ΛΟΑΤΚΙ υποκείμενα» και όπου υπάρχει η λέξη «ισχυροί» αντικαταστήσουμε με την πατριαρχική φιγούρα του μάτσο «άντρα», τότε θα φτάσουμε με μαθηματική ακρίβεια στα λόγια του Μπάουμαν για τη στιγμή που η πόρτα κλείνει έξω από το σπίτι και γίνεται όνειρο. Αλλά και για τη στιγμή που η πόρτα κλείνει μέσα από το σπίτι και γίνεται εφιάλτης και φυλακή. Γιατί, ναι, για πολλές από εκείνες η πόρτα που κλείνει μέσα από το σπίτι και μαζί τους βρίσκεται ένας άντρας, γίνεται εφιάλτης και φυλακή.
Όπως σημειώνει στο τελευταίο βιβλίο της η Μαρία Λούκα, με τίτλο «Μια γυναίκα απολογείται» (εκδ. Τόπος), που δεν αφορά αποκλειστικά μια ιστορία, αυτονομημένη, αλλά μια νουβέλα καθημερινών μικρών θανάτων που υπάρχουν τριγύρω μας. Και σε αυτή την περίπτωση την ευθύνη την έχουμε και εμείς. Όπως ο κακοποιητής δεν έχει ένα εκμαγείο που να τον κάνει να ξεχωρίζει όταν εκμηδενίζει την προσωπικότητα ή μπορεί να φτάσει ακόμα και σε έγκλημα με βάση το φύλο (τη γυναικοκτονία δηλαδή), έτσι και η κακοποιημένη γυναίκα, θηλυκότητα, ΛΟΑΤΚΙ υποκείμενο δεν ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες. Κι αυτό, τυπικά, σημαίνει ότι αυτή η συνθήκη τις αφορά όλες.
Με όσα καταπιάνεται η Μ. Λούκα στο βιβλίο της (εμπνευσμένα χωρισμένο στη νουβέλα, το επίμετρο, και το γλωσσάρι των ορισμών), αφορούν έναν διαρκή πόλεμο που έχει κηρύξει το κοινωνικό σύστημα της πατριαρχίας, θέτοντας τα όρια της ελευθερίας, της δυστοπίας και του πόνου πάνω στη γυναικεία ψυχή και το γυναικείο κορμί. Αν δεν θέλουμε να βρεθεί ποτέ ξανά καμία μόνη, δεν φτάνει μόνο να τις ακούμε αφού έχουν υπάρξει θύματα. Αλλά να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον στο οποίο πραγματικά δεν θα είναι καμία μόνη και, κυρίως, δεν θα υπάρχει λόγος για καμία από εκείνες να φοβάται. Προσπάθειες όπως αυτή της Μαρίας λειτουργούν προσθετικά προς αυτή την κατεύθυνση, μέχρι να φτάσουμε στη στιγμή που, ως κοινωνία, θα καταργήσουμε τον λόγο ύπαρξης τέτοιων βιβλίων.
