ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπροστά μου έχω το μεγάλο σαλόνι με τα μακρόστενα κάθετα παράθυρα. Στο μεσαίο ο πατέρας όρθιος καπνίζει την πίπα του ατενίζοντας τα καράβια στον όρμο του Φαλήρου και περιμένει τον επόμενο νικηφόρο πόλεμο, που θα μας φέρει πιο κοντά στην υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας. Εβλεπε τον εαυτό του στο τιμόνι του θωρακισμένου καταδιωκτικού «Αβέρωφ» να εισέρχεται στον Κεράτιο κόλπο, ο δικέφαλος να υψώνεται στην Αγια-Σοφιά και ο βασιλέας με όλο του το επιτελείο να παρακολουθεί έφιππος τη Μεγάλη Λειτουργία.

Θυμάμαι ακόμα δαντελωτά ομπρελίνα και περίτεχνα καπέλα. Τις γυναίκες, καθισμένες γύρω από τα κομψά τραπεζάκια και τους καναπέδες ροκοκό, να ακούνε τις γλυκερές νότες του πιάνου από τις δίδυμες αδελφές μου, τη Σόνια και την Κλειώ, και να χειροκροτούν συγκρατημένα χωρίς να βγάζουν τα χειρόκτια, αφού, κατά διαβολεμένη σύμπτωση, όλες όσες μπαινόβγαιναν στο σπίτι έπασχαν από μικροβιοφοβία.

Εμένα, ως μικρό, με θυμάμαι κατά κανόνα ανάμεσα σε σκέλια γυναικών. Είτε ακουμπούσα είτε καθόμουν στα αφράτα γόνατα της γιαγιάς Αθανασίας –ποτέ Σόνια– ή της θείας Κούλας, ανύπαντρης αδελφής του πατέρα. Η μητέρα, πάντα κοκέτα, δεν ήθελε να τρίβομαι πάνω της επειδή φοβόταν μην τσαλακωθεί το φουστάνι της. Ομως το βράδυ που με έβαζε για ύπνο πάντα με φιλούσε στο μέτωπο και στο στέρνο, συνήθως λυπημένη. Μέσα στην ηγεμονία της γιαγιάς, την αυστηρότητα του παππού και τη σοβαρότητα του πατέρα, η μητέρα αποτελούσε οικτρή μειοψηφία. Επρεπε να ζητήσει άδεια από τη γιαγιά για κάθε της πράξη ή ενέργεια, ακόμα και για να ασχοληθεί με τα παιδιά της. Η γιαγιά είχε τον πρώτο λόγο στην ανατροφή μας. Θυμάμαι τη μαγκούρα της με το κεφάλι γαλής –όπως επέμενε να λέει τη γάτα εκείνης της απαίσιας βακτηρίας–, την οποία δεν δίσταζε να σηκώσει κατά παντός, εάν δεν υπερίσχυε ο λόγος της.

Η γιαγιά πέθανε το 1930. Είπαν ότι πήγε σκαστή, επειδή υπέγραψε ο Βενιζέλος σύμφωνο φιλίας με τον Ισμέτ Ινονού. Δεν είχε πια όνειρο. Ηθελε τον εαυτό της στη Βασιλεύουσα. Εκεί όπου πίστευε πως ανήκε. Για χρόνια ο παππούς τής φούσκωνε τα μυαλά περί της ενδόξου βυζαντινής καταγωγής του. Είχε κατασκευάσει το μύθευμα ότι η οικογένεια ανήκει στους εκλεκτούς της Θεοφύλακτης Πόλης και ότι πάλι με χρόνια με καιρούς θα έπαιρναν ό,τι τους ανήκε. Το γενεαλογικό μας δέντρο έσφυζε από μέλη της κοινωνικής τάξης των Δυνατών, από ανώτερους κληρικούς και κρατικούς υπαλλήλους.

Στην αναμονή λοιπόν της ανάστασης του μαρμαρωμένου βασιλιά, η γιαγιά παρήγγειλε ένα θρόνο βυζαντινής τεχνοτροπίας και τον εγκατέστησε στην κορφή του σαλονιού. Οποιος εισερχόταν έπρεπε πρώτα να ασπαστεί το χέρι της και να πάρει τη θέση που εκείνη υποδείκνυε. Φρόντιζε δε πάντα να βάζει δίπλα της τους επισκέπτες εκείνους που σίγουρα θα προκαλούσαν ένταση στη συζήτηση. Λόγου χάριν, ένας πολιτικός καβγάς ανάμεσα σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς, τον οποίο εκείνη θα έληγε υψώνοντας τη βακτηρία, αποτελούσε το πλέον πικάντικο καρύκευμα στις δεξιώσεις της φαμίλιας μας.

Οταν πέθανε η γιαγιά –με ατελέσφορο το όνειρο επανίδρυσης του Βυζαντίου–, ο παππούς εγκατέστησε το θρόνο της στο ναΐσκο του κτήματος που περιέβαλλε το σπίτι, για να κάθεται ο φίλτατός του Μητροπολίτης Πειραιώς οσάκις ήταν προσκεκλημένος στις οικογενειακές λειτουργίες, τις κηδείες και τα μνημόσυνα.

Με την απουσία πλέον της γιαγιάς, οι υπόλοιπες γυναίκες του σπιτιού σαν να απελευθερώθηκαν. Καθώς ο πατέρας παρέμενε για αρκετό χρονικό διάστημα στο ναύσταθμο ή ανοιγόταν στα πελάγη για γυμνάσια και ο θείος πήγαινε για ασκήσεις του τάγματος, το σπίτι άρχισε ν’ ανασαίνει. Η μητέρα μπορούσε να γελάει ελεύθερα και να τρέχει στον κήπο μαζί μας, υιοθετώντας έναν πιο ανέμελο ενδυματολογικό κώδικα. Οταν ο πατέρας έλειπε στο ναύσταθμο φορούσε ακόμα και παντελόνια.

Η μειξοπαρθένα θεία Κούλα συμμετείχε στις τρέλες μας κρατώντας τον συνωμοτικό κανόνα απαράβατο. Πηγαίναμε όλοι μαζί στο «Ακταίον» για ν’ ακούσουμε την μπάντα καθώς και για κολύμπι στην ακτή του Φλοίσβου. Μέχρι τα καλλιστεία για την ανάδειξη της Μις Πειραιώς παρακολουθήσαμε. Εκεί, ανάμεσα στο πολυπληθές ετερόκλητο κοινό, βρέθηκε γαμπρός για τη θεία Κούλα. Ο κύριος Ελπιδοφόρος, μεσόκοπος δικολάβος, αρκούντως εύπορος. Μέχρι και ο παππούς, αργότερα, αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ενίοτε είναι αναγκαία μια κάποια εξωστρέφεια.

Από τότε αγάπησα τις γυναίκες ως πλάσματα ενός ανώτερου θεού. Ολες τις γυναίκες, με εξαίρεση τη Γερμανίδα δασκάλα μου, τη φράου Ιγκε Κλάιν. Γιατί αυτή δεν ήταν γυναίκα και ας φορούσε φουστάνια. Στυφή, στρυφνή, αγέλαστη, αλλά αποτελεσματική, υποστήριζε ο πατέρας. Επειδή μέσα του ονειρευόταν να με κάνει στρατιωτικό, θεωρούσε αναγκαίο να λάβω γερμανική παιδεία. Ετσι βρήκε, μέσω των γνωριμιών του στη Λέσχη Αξιωματικών, εκείνη την άκαμπτη προτεστάντισσα και μου την επέβαλε για κατ’ οίκον διδασκαλία.

Ζήλευα τις δίδυμες αδελφές μου που είχαν Γαλλίδα δασκάλα, τη δεσποινίδα Μπεατρίς Λεφέβρ. Ενα χάρμα των οφθαλμών και των αισθήσεων. Οπου περνούσε άφηνε πίσω της άρωμα ανθών πορτοκαλιού και τρίλιες γλυκόλαλης αηδόνας. Αμφότερα υπέροχα. Σαν το κουτάβι έτρεχα πίσω της. Ημουν μόλις εννέα ετών, ντυμένος ακόμα με ναυτικά ρούχα –κατ’ απαίτηση του πατέρα– και αρκετά νόστιμος για να τραβάω την προσοχή. Οταν οι τύποι δεν επέβαλαν να στέκομαι κλαρίνο, γινόμουνα αρκετά τσαχπίνης, για να υποστώ φυσικά τις συνέπειες της ελευθεριότητάς μου. Αυτές μετριόνταν με βουρδουλιές στα οπίσθια. Κάθε τσαχπινιά και μια βουρδουλιά. Κάθε βουρδουλιά και μια υπόσχεση στον εαυτό μου πως δεν θα του κάνω το χατίρι να γίνω στρατιωτικός.

Οταν τελείωνα το βαρετό μάθημα με τη φράου Ιγκε, τρύπωνα κρυφά στο δωμάτιο όπου η δεσποινίς Μπεατρίς δίδασκε γαλλικά τις δίδυμες. Αν και η φράου Ιγκε διαμαρτυρόταν έντονα, η μητέρα μου το επέτρεπε. Μάλλον την κολάκευε που μάθαινα συνάμα δυο γλώσσες. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερε και έπεισε τον πατέρα, αλλά μου έγινε αυτή η παραχώρηση, παρότι εκείνος πίστευε ότι η γαλλική γλώσσα δεν ευνοεί τον ανδρισμό. Ομως ειδικά γι’ αυτόν φρόντισε υπέρ το δέον η δεσποινίς Μπεατρίς. Ενα βράδυ, που έξω έριχνε καρεκλοπόδαρα, η mademoiselle τρύπωσε στην κάμαρά μου και χώθηκε κάτω από το πάπλωμα μαζί μου. Δεν κοιμόμουνα. Φοβόμουνα, είναι αλήθεια, τα αστραπόβροντα. Εκείνη έβαλε το στόμα της στο αυτί μου και ψιθύρισε: «Φωκά μου, άντρα μου εσύ, φοβάμαι πολύ. Ηρθα να με προστατέψεις από τους κεραυνούς. Θα το κάνεις αυτό για την Μπεατρίς;»

Με αποκάλεσε άντρα. Ενα θηλυκό με τα όλα του με αποκάλεσε άντρα και άρχισε να με χαϊδολογάει. «Θα είναι όμως το μυστικό μας, έτσι δεν είναι; Γιατί αν με μαρτυρήσεις, όταν εκεί έξω κάνει μπόρα δεν θα έρχομαι να κρύβομαι στη αγκαλιά σου».

Και από κείνη τη νύχτα ζούσα σε έναν κόσμο που ούτε η φαντασίωσή μου δεν τον είχε προσεγγίσει. Η Μπεατρίς με μύησε στα μυστικά της λαγνείας.