Ηφαίστειο θυμίζει η λαμαρίνα της ψησταριάς, καθώς ο φλεγόμενος κώνος με τα κάρβουνα ξερνά ατίθασες σπίθες εν είδει λάβας, απειλώντας να μετατρέψει σε Πομπηία τις γλάστρες με τα ζουμπούλια, την πικροδάφνη και τον δεντρολίβανο. Δεύτερη σερί Πασχαλιά στη βεράντα σε στενό οικογενειακό κύκλο. Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια και στην αφρικανική σκόνη με ντάλα ήλιο οι ακτές. Τα παϊδάκια απλώνονται κάποτε στη σχάρα και το τραπέζι γεμίζει σαλάτες, τυριά, χορτόπιτες, τζατζίκι, πατάτες και τα συμπαρομαρτούντα.
Χρονιάρες μέρες άχρωμες, πλημμυρισμένες όμως γεύσεις κι οσμές. Μέτρησε ότι είναι χτισμένο σε λόφο, όταν κλείναμε το διαμέρισμα, και προσφέρει αμφιθεατρική θέα, έστω και σε στενές λωρίδες ανάμεσα στους γκρίζους όγκους των πολυκατοικιών· προσόν που προχθές αποδείχτηκε μειονέκτημα. Αθέατες παρέες στα γύρω μπαλκόνια και τις πιλοτές είχαν στήσει σωστό ραβαΐσι από νωρίς το πρωί. Ξέμειναν, βλέπεις, εκόντες άκοντες στην αφιλόξενη πρωτεύουσα και νοστάλγησαν τα χωριά τους, όχι βουβά όπως οι δύσμοιροι μετανάστες στις φάμπρικες της Γερμανίας, αλλά με πάταγο που ’κανε να τραντάζονται του Βελγίου οι στοές και να λαχταράνε τρεις ντουζίνες οικοδομικά τετράγωνα πέριξ.
Οι μεν διασκέδαζαν με Φιλιώ Πυργάκη στη διαπασών, άλλοι προτιμούσαν τη Χαρά Βέρρα, οι νησιώτες της περιφερείας τσίτωναν στα στερεοφονικά –εν προκειμένω η λέξη ορθογραφείται με «όμικρον»– τα σιντί του Κονιτοπουλέικου και της Αννούλας Μώρου κι οι Κρήτες κατέφευγαν ακρίτως στην ηλεκτρική λύρα του Ζωιδάκη. Πανδαιμόνιο. Το ελαφρύ αεράκι ρύπαινε τ’ αυτιά μας με τις διάτορες αλαλαγές πότε της μιας και πότε του άλλου και ενίοτε όλων μαζί. Γ@μώ την ακουστική μου, γ@μώ.
Σου ’ρχόταν στιγμές στιγμές να κλειδαμπαρωθείς στον καναπέ σφραγίζοντας ερμητικά τα πορτοπαράθυρα. Κι ας καρβούνιαζαν τα κοψίδια. Δοκίμασα μολαταύτα να φτιάξω αυτοσχέδιες ωτασπίδες από μοσχομύριστα κλαράκια δυόσμου και παρ’ ελπίδα το κόλπο έπιασε. Μπορέσαμε, έτσι, να κάνουμε Πάσχα. Σκεφτόμουν, ενώ έγλειφα λαίμαργα τα κόκαλα, πως οι εθνικοί μας λοιμωξιολόγοι θα ’χουν βιώσει δίχως άλλο παρόμοιες τραυματικές εμπειρίες. Δεν εξηγείται αλλιώς η εμμονή να απαγορεύσουν τη μουσική στους χώρους εστίασης. Αγνοούν πως στη συντριπτική πλειονότητα των μαγαζιών παίζει χαμηλόφωνα και δεν χρειάζεται να κραυγάζεις, εκτοξεύοντας νοσογόνα σταγονίδια, προκειμένου να συνεννοηθείς με τον διπλανό σου. Αλλά είπαμε! Οι μόνιμες ωτασπίδες τούς εμποδίζουν να αφουγκραστούν την κοινωνία.
