Εχει λεχθεί ότι οι κρίσεις είναι εγγενές φαινόμενο στην πορεία των κοινωνιών. Οι δε οικονομικές κρίσεις είναι σχεδόν αναπόφευκτες στο σύστημα, κυρίως, όταν το τελευταίο προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανεργία και στον πληθωρισμό και να πετύχει αυτό που, εσχάτως, συνοψίζεται στη λέξη «παράδεισος» ή στη φράση «σταθερή και βιώσιμη μεγέθυνση». Σπανίως δηλώνεται ανοιχτά ότι οι κρίσεις είναι άμεσα συνδεδεμένες με τη βαθιά συστημική παθογένεια. Η παραδοχή αυτή εξαντλείται σ’ έναν μάλλον γκρίζο χώρο που μέσα του μπαίνουν όλες οι λεγόμενες «αναποτελεσματικότητες» ή οι «αστοχίες της αγοράς». Σε κάθε περίπτωση, όταν δημιουργείται κύμα, υπάρχει κίνδυνος να φουσκώσει κι όταν ξεσπάσει, να είναι συντριπτικό. Κυρίως για τις οικονομίες των ψευδαισθήσεων.
Στις οικονομίες των ψευδαισθήσεων, τα πάντα πηγαίνουν καλά. Οι προβλέψεις είναι πάντα ευοίωνες. Από την άλλη, τα αποτελέσματα είναι από τραγικά μέχρι κατώτερα των περιστάσεων. Η δε απόκλιση μεταξύ ευοίωνων προβλέψεων-τραγικών αποτελεσμάτων παράγει ένα σταθερό μοτίβο: πνίγονται αυτοί που –κανονικά– θα έπρεπε να διασωθούν.
Σίγουρα, το μεγαλύτερο μέρος των «φιλότιμων και πατριωτικών προσπαθειών» διεξάγεται σε αυτό που λέμε «θετικές παρεμβάσεις». Ανεξάρτητα από το αν είναι «καλές» ή «κακές», «σωστές» ή «εσφαλμένες» με την έννοια ότι «μας ευνοούν» ή όχι, η θετική σκέψη και πράξη –όπως ασκείται μέσω μοντελοποιήσεων στις οποίες ένα πλήθος παραγόντων παραμένει αμετάβλητο- περιγράφει πώς λειτουργεί η οικονομία και, πολύ συχνά, οδηγείται στη διατύπωση προβλέψεων. Συχνά, δε, είναι οδηγός για τη χάραξη πολιτικών με την επίγνωση ότι πρόκειται για προβλέψεις. Οι προβλέψεις όμως δεν είναι συνταγές σωτηρίας. Δηλαδή, μπορεί να μας λένε τι θα συμβεί εάν αλλάξει μια πολιτική, αλλά δεν μας λένε εάν θα είναι καλό ή όχι το αποτέλεσμα της μεταβολής.
Από την άλλη, το άλλο μεγάλο μέρος των προσπαθειών μας «για ένα καλύτερο μέλλον», για μια «κοινωνία στην οποία αξίζει κάποιος να ζει» κ.λπ., κ.λπ., έχει να κάνει με το κανονιστικό-ρυθμιστικό πλαίσιο. Δηλαδή, με αξιολογικές κρίσεις σχετικά με το πώς θα έπρεπε να λειτουργεί ο κόσμος ή πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα. Και εδώ υπάρχουν διαφωνίες.
Και ενώ τα πρώτα μαθήματα έρχονται –κατά παράδοξο τρόπο- από τις ΗΠΑ του Μπάιντεν (ότι, ως έχει, το σύστημα δεν λειτουργεί), η Ευρώπη επιμένει ότι «ως έχει, το σύστημα λειτουργεί». Και εξαντλείται σε ένα διαρκές «business as usual». Εφόσον πέτυχε η φάση ανάπτυξης στη δεκαετία του 1990 με «στατιστικά εφέ», χάθηκαν από τον ορίζοντα οι συνέπειες. Και εφόσον πέτυχαν τα μνημόνια διάσωσης, οι στόχοι επιτεύχθηκαν. Αποσιωπήθηκε, όμως, ότι οι στόχοι δεν επικεντρώνονταν στην ευημερία του ελληνικού ή του πορτογαλικού νοικοκυριού, αλλά στη διάσωση του νομίσματος και στη –με κάθε τρόπο- διάσωση των τραπεζών. Ωστόσο, τις συνέπειες τις πλήρωσαν ακριβά οι οικονομίες των ψευδαισθήσεων, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία και, πρώτη απ’ όλες, η Ελλάδα.
Οσο για την αξιοπιστία των προβλέψεων; Ας θυμηθούμε ότι στην καρδιά της κρίσης χρέους στην Ελλάδα, το 2012, «οι θεσμοί» της Ε.Ε. εκτιμούσαν ότι θα χρειαστούν χρόνια δημοσιονομικής προσαρμογής ώστε, το 2020, το χρέος να φτάσει στο 120% του ΑΕΠ και να είναι βιώσιμο. Και μας εύχονταν «καλό κουράγιο». Το τραγικότερο της υπόθεσης ήταν ότι όλοι οι δημοσιολογούντες στρέφονταν λάβροι κατά του ΔΝΤ που με βάση τις δικές του μετρήσεις προέβλεπε ότι το 2020 το χρέος της Ελλάδας θα ήταν 129% (άρα μη βιώσιμο) και όχι 120% (άρα βιώσιμο).
Βέβαια, το 2020 έφτασε και πέρασε. Και, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στο τέλος του 2020, το συνολικό χρέος της χώρας εκτοξεύτηκε στα 370,76 δισ. ευρώ (ρεκόρ στην οικονομική ιστορία) και ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 228% (επίσης νέο ρεκόρ). Αυτή είναι η επιτομή της χώρας των ψευδαισθήσεων και της Ε.Ε. των προβλέψεων και της παραπλάνησης.
Οσο στενάχωρο κι αν είναι, οι προβλέψεις είναι βάσιμα δυσοίωνες. Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας μετά την πανδημία δεν θα είναι ισόρροπη. Για ορισμένες χώρες θα είναι γρήγορη και επιτυχής. Για ορισμένες άλλες, όπως η Ελλάδα, θα είναι αργή, βασανιστική και αβέβαιη.
Προφανώς, δεν θα περίμενε κανείς να μην είναι υπεραισιόδοξος ο υπουργός των Οικονομικών. Αλλά θα ήταν καλύτερη μια κυβέρνηση χωρίς ψευδαισθήσεις. Επιπλέον, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις δεν είναι ουδέτερες ούτε αθώες. Και για μία ακόμα φορά, ο θεραπευτής θα είναι το πρόβλημα της ασθένειας. Ο Τζέφρεϊ Φράνκελ, οικονομολόγος στο Χάρβαρντ, είχε πει για αυτές τις καταστάσεις: «Λένε πως δεν υπάρχουν άθεοι στα χαρακώματα. Ισως, τότε, να μην υπάρχουν και φιλελεύθεροι στις οικονομικές καταιγίδες».
