Την χάραξι φρόντισε τεχνικά να γίνει
Προπάντων σε συστήνω να κοιτάξεις
Μετά το βασιλεύς και το σωτήρ
Να χαραχθεί με γράμματα κομψά Φιλέλλην
Και τώρα μη μ’ αρχίσεις ευφυολογίες,
Τα «πού οι Ελληνες» και «πού τα ελληνικά
Πίσω από τον Ζάγρο εδώ στα Φράατα πέρα»
Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι,
Αφού τα γράφουν θα το γράψουμε κι εμείς
Κ. Καβάφης
Η λέξη φιλέλλην έχει γνωρίσει πολλές περιπέτειες. Ειρωνευόμενος κάποιους Ελληνες διπλωμάτες ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε, μου λένε, πει, λησμονώντας, εννοείται, όσους αδικεί απολύτως αυτή η κρίση, ότι στην καλύτερη περίπτωση είναι φιλέλληνες. Ο προβληματισμός για τον όρο αυτό ξεκινά ωστόσο και σε σχέση με πολύ παλιότερες εποχές. Κάποιοι σύγχρονοι υποστήριξαν ότι ο Αλέξανδρος Α’ της Μακεδονίας, ο οποίος είχε ακολουθήσει τον Ξέρξη το 480 π.Χ. αλλά φανέρωσε στους Ελληνες έναν χρόνο μετά τα σχέδια των Περσών πριν από τη μάχη των Πλαταιών, ονομάστηκε φιλέλλην διότι δεν ήταν Ελληνας. Ξεχνώντας ότι είχε αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς όπου μόνον Ελληνες ήταν δεκτοί. Και αντικρουόμενοι από άλλους που θυμίζουν ότι ο όρος φιλέλλην σήμαινε κάποτε στην αρχαιότητα και τον φιλόπατρι.
Οι περιπέτειες της αμφιλεγόμενες αυτής λέξης θυμίζουν πολύ τις περιπέτειες της Ελλάδας, αρχαίας και σύγχρονης. Από την Επανάσταση του ’21 και πέρα έχουμε τουλάχιστον τριών ειδών φιλέλληνες. Τους εχθρούς, πρώτον, που για να θυμηθούμε τον Ελύτη στο «Αξιον Εστί», «έρχονται ξανά και ξανά ντυμένοι φίλοι», για να πατήσουν μια γη που αρνείται να δέσει με το πόδι τους, κάτι που συμβαίνει μέχρι και σήμερα. Τους θεωρητικά φιλέλληνες, έπειτα, που είναι έτοιμοι να παρατήσουν τους Ελληνες αν τυχόν δεν συμπίπτουν με τη θεωρία τους, όπως συνέβη με τον Αγγλο Μπένθαμ. Και τους όντως φιλέλληνες, που χάρισαν στην Ελλάδα το πνεύμα, το σώμα, το έχει τους. Με κορυφαίο τον Βύρωνα που πέθανε σαν προχτές, 19/4/του 1824.
Αυτόν που ο Τάσος Λιγνάδης χαρακτήρισε Βάκχο της Επανάστασης. Αυτόν που αν και ποιητής απέδειξε ότι η ποίηση από μόνη της δεν αρκεί, χρειάζονται όπλα για να κερδίσουν οι υπόδουλοι την ελευθερία τους. Πριν από τον Μιστράλ που έγραψε το «αν είναι να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία είναι η δάφνη», ο Μπάιρον είχε κάνει πράξη τα λόγια αυτά. Το μεγαλείο του έγκειται στο ότι πέθανε δεχόμενος και την πίκρα της δάφνης και την πραγματικότητα ενός αγώνα μέσα στις λάσπες και τις ματαιώσεις. Γι’ αυτόν, τον επαναστάτη της ποίησης και τον ποιητή της επανάστασης με αιτία, αξίζουν κάποια άλλα λόγια του Αλεξανδρινού: Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός.
