Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Μάριο Ντράγκι προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις διαφορετικές τάσεις και πιέσεις της κυβέρνησής του. Από τη μία η Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι, η οποία ζητά την όσο γίνεται μεγαλύτερη χαλάρωση των μέτρων πρόληψης κατά του κορονοϊού, και από την άλλη η Κεντροαριστερά και η Αριστερά, οι οποίες θέλουν να παραμείνει ως απόλυτη προτεραιότητα η προστασία της υγείας των πολιτών.

Τελικά η εστίαση ξανανοίγει τη Δευτέρα, μαζί με τα θέατρα, τους κινηματογράφους και το 60% των σχολικών τάξεων των Λυκείων της χώρας. Αν όλα πάνε καλά, η διαδικασία χαλάρωσης θα συνεχιστεί βαθμιαία, με στόχο να ολοκληρωθεί στο τέλος Ιουνίου. Δεν λείπουν, βέβαια, οι γνωστοί αστερίσκοι: πολλοί φοβούνται ότι δεν θα υπάρξει σεβασμός των αποστάσεων ασφαλείας και της υποχρεωτικής χρήσης της μάσκας και ότι, τελικά, ολόκληρη η χώρα θα βρεθεί σύντομα στην ίδια κατάσταση με τη Σαρδηνία: το νησί αυτό της Ιταλίας, γνωστό για τα κρυστάλλινα νερά του, μέσα σε δύο εβδομάδες, από τη λευκή ζώνη (με ανοικτά μαγαζιά, εστιατόρια και επιχειρήσεις σχεδόν χωρίς κανέναν περιορισμό) οπισθοχώρησε και πάλι στην κόκκινη ζώνη. Ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους και ο αριθμός των μολύνσεων εκτοξεύθηκε.

Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη και σύγκρουση η οποία αφορά το λεγόμενο «πράσινο πάσο» εσωτερικής χρήσης, με το οποίο οι πολίτες θα μπορούν να μετακινούνται χωρίς περιορισμούς στις διάφορες περιοχές της Ιταλίας. Πολλοί επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι είναι σωστό να δοθεί σε όποιον εμβολιάστηκε και σε όσους έχουν νοσήσει και ιαθεί από τον Covid-19 το τελευταίο εξάμηνο. Αλλά προσθέτουν ότι είναι επικίνδυνο να επιτραπεί η χρήση του και στους πολίτες που υποβάλλονται απλώς σε ένα διαγνωστικό τεστ. Η κυβέρνηση Ντράγκι, η οποία βρίσκεται στην τελική φάση της επεξεργασίας του «πάσου», καλείται να αποφασίσει πόσο ευρεία θα πρέπει να είναι τελικά η χρήση του. Το μέτρο αυτό, τουλάχιστον στις προθέσεις, θα αφορά τόσο Ιταλούς πολίτες όσο και ξένους τουρίστες.

Υπάρχει, ασφαλώς, και το κύριας σημασίας κεφάλαιο του τουρισμού. Στις 4 Μαΐου θα συνεδριάσουν, διαδικτυακά, οι υπουργοί Τουρισμού του G20 για την έγκριση κοινών στόχων και στρατηγικών. Και στην Ιταλία, η απογοήτευση από τη σύσταση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς τους Αμερικανούς πολίτες να μην επισκεφθούν τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι τεράστια. Ολοι ποντάρουν στην έλευση τουριστών από τις Ηνωμένες Πολιτείες διότι, ως γνωστόν, είναι από τους καλύτερους πελάτες.

Κατά τα άλλα, οι παραλίες θα ξανανοίξουν στις 15 Μαΐου, με τα ίδια μέτρα ασφαλείας που ίσχυσαν πέρυσι: απόσταση 1,5 μέτρου ανάμεσα στις ξαπλώστρες, απολύμανση κρεβατιών και κάθε ομπρέλας στις οργανωμένες πλαζ, απαγόρευση αθλητικών δραστηριοτήτων κοντά στους λουόμενους. Είναι σαφές, βέβαια, ότι ο εσωτερικός τουρισμός δεν θα σώσει ούτε φέτος τον κλάδο, βασικής σημασίας και για την ιταλική οικονομία. Και υπάρχει φόβος ότι οι σχετικά αισιόδοξες προβλέψεις των περασμένων μηνών μπορεί -τουλάχιστον σε έναν βαθμό- να διαψευστούν.

Σε ό,τι αφορά, τέλος, τις αμιγώς πολιτικές εξελίξεις, υπάρχουν δύο ανοικτά μέτωπα: από τη μία, η Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι κάνει όλο και δυσκολότερη τη ζωή στην κυβέρνηση και στον πρωθυπουργό της, με αίτημα να στηριχθεί μόνον η επανεκκίνηση της οικονομίας και να περιοριστούν στο ελάχιστο τα μέτρα προστασίας. Ολοι οι αναλυτές διερωτώνται μέχρι πότε θα συνεχιστεί το «μπρα ντε φερ» και θεωρούν ότι κάποια στιγμή ο Σαλβίνι θα αποχωρήσει από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας.

Από την άλλη, το Κίνημα Πέντε Αστέρων βρίσκεται εν μέσω πολιτικής θύελλας. Ο ιδρυτής του, Μπέπε Γκρίλο, υπερασπίστηκε δημόσια τον γιο του, Τσίρο -είκοσι ενός ετών-, ο οποίος κατηγορείται από μια κοπέλα ιταλοσουηδικής καταγωγής ότι τη βίασε μαζί με τρεις φίλους του. Ο Γκρίλο ο γηραιότερος μας είπε ουσιαστικά ότι ένα θύμα πραγματικού βιασμού δεν μπορεί να περιμένει οκτώ ημέρες πριν καταθέσει μήνυση και, άρα, οι κατηγορίες της κοπέλας δεν ευσταθούν. Είναι αυτονόητο ότι η τεράστια πλειοψηφία της ιταλικής κοινωνίας κατηγόρησε τον Γκρίλο για σεξιστική, απαράδεκτη συμπεριφορά. Αλλά στο Κίνημα Πέντε Αστέρων, πολλοί ακόμη διστάζουν (ή ίσως φοβούνται) να πάρουν θέση.