ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Πέπη Ρηγοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σκέφτομαι τη Μελίνα και τη νοσταλγώ. Δεν συμφωνούσα σε πολλά μαζί της. Αλλά έκανε πολλά. Ιδρυσε το 1983 τα πρώτα έξι Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα για να τονώσει τη θεατρική ζωή στην περιφέρεια. Αξιοποίησε άριστους στο θέατρο, από τον Βολανάκη ώς τον Μινωτή, χωρίς να νοιάζεται τι ψηφίζουν. Ψήφος τους ήταν η δημιουργία τους. Ανέδειξε το θέμα των Ελγινείων που ήταν όχι μόνο θέμα μνήμης και ταυτότητας αλλά και αντίστασης στον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό. Αντάρτισσα σε πολλά, ήταν πολίτις σε ακόμη περισσότερα. Μορφή που μπορώ να την τοποθετήσω χωρίς δισταγμό, ως υπουργό Πολιτισμού και ως καλλιτέχνιδα, δίπλα στην επίσης σπουδαία Αννα Συνοδινού. Τη θυμάμαι για όλα αυτά. Αλλά περισσότερο ίσως για κάτι άλλο.

Η Μελίνα δεν νοιάστηκε να αφήσει το αποτύπωμά της. Να γεμίσει εν ζωή τον τόπο με πινακίδες και αλλά θυμητικά κάθε λογής. Δεν νοιάστηκε, γιατί το αποτύπωμά της υπήρχε ήδη. Ηταν η Στέλλα του Κακογιάννη. Η Μήδεια του Βολανάκη. Η Κλυταιμνήστρα και η ηρωίδα των έργων του Τενεσί Ουίλιαμς του Κουν. Και μαζί η Μελίνα της αντίστασης κατά της δικτατορίας που έκανε όσα έγιναν γνωστά και όσα αποσιώπησε, αυτή η υποτίθεται τόσο εξωστρεφής, από σεμνότητα. Η Μελίνα ήταν από μόνη της το αποτύπωμά της.

Δεν γράφω για να κάνω τον έπαινό της. Ο έπαινος εξάλλου των άξιων, ο «αίνος» για να χρησιμοποιήσω τον όρο του τίτλου του βιβλίου της Συνοδινού «Αίνος στους άξιους», δεν τιμά τον επαινούμενο, αλλά τον επαινέτη. Γράφω προσπαθώντας να καταλάβω την ανάγκη όσων σήμερα πασχίζουν να αφήσουν το αποτύπωμά τους στα πάσχοντα πολιτιστικά και εν γένει στα πνευματικά πράγματα της Ελλάδας. Αυτά του θεάτρου, Εθνικού και μη, τα άλλα της Εθνικής Πινακοθήκης και φυσικά τα της Ακρόπολης, της νέας Ακρόπολης που χάρη στο τσιμεντένιο της όραμα θα είναι, μας λένε, σχεδόν πιο αρχαία και από την αρχαία.

Στον θαυμάσιο ναό του Ποσειδώνα του 5ου αιώνα στο Σούνιο με προβλημάτιζε πάντοτε ένα στοιχείο. Ο Μπάιρον, ο μύστης και ιεροφάντης του αυθεντικού και όχι του ιδιοτελούς φιλελληνισμού, είχε χαράξει –πολύ διακριτικά– το όνομά του. Σε αυτόν που είχε χαρίσει το χρήμα του και τη ζωή του στην αναστημένη Ελλάδα, στον φλεγόμενο δημιουργό του «Τσάιλντ Χάρολντ», του «Κάιν» και των «Νησιών της Ελλάδας», σ’ αυτόν που ο Βολανάκης αποκαλούσε Μαγιακόφσκι και Τζέιμς Ντιν του 19ου αιώνα, δεν μπορούσα να συγχωρήσω αυτό το αποτύπωμα που μου φαινόταν βεβήλωση.

Τον Βύρωνά μας τον θυμόμαστε για το έργο και την προσφορά του. Ας μη γυρεύουμε να μας θυμούνται για τα αποτυπώματα της έπαρσής μας.