Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι άνθρωποι που υπήρξαν εξαρτημένοι έχουν αλλοιώσει τη σχέση τους με τον χρόνο και τον χώρο, έχουν έρθει σε ρήξη με τον εαυτό τους και τον Αλλο μεταβάλλοντας το σώμα τους σε αντικείμενο καταστροφής.

Είναι φορείς συνεπώς ενός διττού μηνύματος: της δυσφορίας τόσο μέσα σε έναν πολιτισμό παρακμής όσο και μέσα στο ψυχικό τους σύμπαν.

Ετσι χτίζουν μια νέα ζωή γύρω από τον εθισμό καταφεύγοντας σε έναν τόπο παντοδυναμίας του «ανήμπορου εαυτού» τους. Σε αυτό τον τόπο των ναρκωμένων αισθήσεων δομείται μια σχέση εξάρτησης, η οποία δεν μπορεί να είναι ασύνδετη ούτε από την ψυχική οδύνη, ούτε από την κοινωνική κρίση.

Για να τοποθετηθεί κανείς πάνω στην πολιτική διαχείριση της εξάρτησης και τις σημασίες της, θα πρέπει να απαντηθεί πρώτα το εξής ρώτημα: τι είναι ένας τοξικοεξαρτημένος, ποια είναι η κοινωνική ρίζα πίσω από την ψυχική οδύνη, τι μπορεί να κάνει μια θεραπευτική κοινότητα για έναν τοξικομανή όχι μόνο για να απεξαρτηθεί, αλλά και να βρει τη θέση του μέσα στον κοινωνικό δεσμό;

Αν ο τοξικομανής είναι φορέας της οδύνης του κόσμου, τότε η εξάρτηση δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί ως ένα σύμπτωμα-συνάντηση ανάμεσα σε ένα υποκείμενο, μια κοινωνική στιγμή και ένα προϊόν.

Σε αυτή την περίπτωση κανένας δεν θα «πείραζε» μια διεθνώς αναγνωρισμένη δομή όπως το ΚΕΘΕΑ, που δεν στοχεύει μονάχα στην απεξάρτηση, αλλά και στη δημιουργία νέων ταυτοτήτων για τους τοξικοεξαρτημένους μέσα από συλλογικές διαδικασίες οι οποίες τους μαθαίνουν να γίνονται ενεργά υποκείμενα της αλλαγής.

Αν πάλι αντιμετωπίσουμε τους τοξικοεξαρτημένους ως «άτομα που αυτοκαταστρέφονται» εστιάζοντας στην «ατομική ευθύνη» και συνεπώς στην αποποίηση της πολιτικής και κοινωνικής συνευθύνης, τότε αυτομάτως γίνεται δύσκολη η σωστή αξιολόγηση ενός επιτυχημένου παραδείγματος δημόσιας συμμετοχικής δράσης όπως το ΚΕΘΕΑ.

Το ΚΕΘΕΑ αποτελεί μια θεραπευτική κοινότητα που στηρίχτηκε στις σχέσεις των θεραπευτών και των θεραπευομένων, με στόχο να κάνει τους δεύτερους να πάψουν να συναινούν με την ταύτιση «είμαι τοξικομανής», μια ταύτιση που συνθλίβει την υποκειμενικότητά τους όπως αναφέρει ο Γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Αλάν Μιλέρ.

Για να συμβεί αυτό θα πρέπει «να μεταμορφωθεί το ανυπόφορο του συμπτώματος σε σημείο στίξης, ώστε να καταφέρει το υποκείμενο να επινοήσει εκ νέου μια θέση μέσα στον Αλλο» όπως σημειώνει ο Γάλλος ψυχαναλυτής Ερίκ Λοράν.

Ετσι μόνο θα λυθεί η ακατέργαστη ταύτιση με την τοξικομανία, η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή είναι η διάσταση της ύπαρξής του στον κόσμο, σε έναν κόσμο ωστόσο με τον οποίο βρίσκεται σε διαρκή ρήξη.

Οπως εξηγεί ο Ζαν Μπερζερέ, στην πραγματικότητα ο τοξικομανής βρίσκεται σε ρήξη με τον εαυτό του, με ένα μέρος περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό του ίδιου του ψυχικού του σύμπαντος. Ο ψυχισμός, ιδίως των εφήβων, αδυνατεί να μεταβολίσει αυτό τον ψυχικό πόνο και το ναρκωτικό γίνεται «ένα μόρφωμα ρήξης» όπως επισημαίνει ο Ερίκ Λοράν.

Από υποκείμενα της οδύνης, υποκείμενα της αντίστασης

Γι’ αυτόν τον λόγο ο στόχος δεν μπορεί να είναι άλλος από τη «μετατροπή των υποκειμένων της οδύνης σε υποκείμενα της αντίστασης», έτσι ώστε να πάψουν να είναι παθητικοί δέκτες, όπως σημειώνει ο Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμου -αναφερόμενος σε όποια ψυχική δυσφορία ή διαταραχή- στο βιβλίο του «Ρωγμές, ρήγματα και αντιστάσεις στην κυρίαρχη ψυχιατρική».

Και σε αυτή τη φράση κρύβεται στην πραγματικότητα η πολιτική διάσταση της όποιας θεραπείας, η οποία αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως κρίκους μιας κοινωνικής αλυσίδας «που σπάει από το βάρος μιας κρίσης πολυεπίπεδης» όπως έχει σημειώσει η Κατερίνα Μάτσα.

Η ψυχίατρος και πρώην διευθύντρια του «18 άνω» έχει υποστηρίξει επανειλημμένως πως οι θεσμοί θα πρέπει να πάψουν να αντιμετωπίζουν ρατσιστικά τους τοξικοεξαρτημένους, τους «διπλά αποκλίνοντες», όπως τους αποκαλεί στο βιβλίο της «Παρίες ανάμεσα στους Παρίες».

Για ποιο λόγο η πολιτεία αποκλείει, αντί να λαμβάνει υπόψη, της τις φωνές των ίδιων των ενδιαφερομένων ενός πετυχημένου και διεθνώς αναγνωρισμένου οργανισμού που υπολογίζει τους ωφελούμενους και τις οικογένειές τους ως συμμέτοχους στη δουλειά του προγράμματος; Τι υπηρετεί η «αναδιοργάνωση του ΚΕΘΕΑ», η οποία μεταφράζεται σε μείωση των μονάδων απεξάρτησης και αύξηση των διοικητικών γραφείων;

Ως γνωστόν ο βιοπολιτικός έλεγχος του πληθυσμού επιτελείται στα περιθωριοποιημένα άτομα μιας κοινωνίας, τα οποία «δεν προσθέτουν στη ζωή της κοινωνίας εκτός από το γεγονός ότι η κοινωνία θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς αυτούς και θα κέρδιζε από την εκδίωξή του» όπως σημειώνει ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν στους «Ρευστούς καιρούς».

Η περίπτωση του τοξικομανή -του παρία των μεγάλων πόλεων – ακροβατεί συνεπώς ανάμεσα σε αυτό τον βιοπολιτικό έλεγχο και στον αποκλεισμό. Και η αλλαγή του καθεστώτος του ΚΕΘΕΑ -που καταργεί μέρος της κοινοτικής θεραπείας ενώ παραχωρεί μέρος της θεραπείας των εξαρτήσεων στον ιδιωτικό τομέα- μοιάζει να υπηρετεί την επιτέλεση αυτού του σκοπού.

Στην επιστολή που υπογράφουν οι 14 Σύλλογοι Οικογένειας Θεραπευτικών Προγραμμάτων απευθυνόμενοι προς τον υπουργό Υγείας ζητούν την απόσυρση του προσχεδίου νόμου, σημειώνοντας ότι «τα τελευταία 38 χρόνια δεκάδες χιλιάδες από τα παιδιά μας πήραν βοήθεια ζωής μέσω του ΚΕΘΕΑ και οι περισσότερες από τις οικογένειές τους δεν διαλύθηκαν κυρίως λόγω της στήριξης που τους πρόσφερε το ΚΕΘΕΑ».

Οσο οι τοξικοεξαρτημένοι θα καταφεύγουν σε μια «απόλαυση χωρίς τον Αλλο» -με τη λακανική έννοια του όρου-, σε έναν τόπο ναρκωμένων αισθημάτων, όχι για να πεθάνουν, αλλά για να επιβιώσουν σε μια αβίωτη πραγματικότητα, μόνο οργανισμοί που έχουν συγκρουστεί με το ψυχιατρικό και κοινωνικό κατεστημένο, ενώ έχουν παράλληλα λειτουργήσει σαν γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο των εξαρτήσεων και στη ζωή μετά, όπως το ΚΕΘΕΑ, θα μπορούν να τους βοηθούν να επαναπροσδιοριστούν ως κοινωνικά υποκείμενα.

Οι άνθρωποι που έχουν μάθει να υπάρχουν μέσα από τη διαμεσολάβηση της εξάρτησης δεν θα μπορέσουν να μεταμορφωθούν σε υποκείμενα χειραφέτησης και δημιουργίας μέσα από μια απρόσωπη διεύθυνση, που θα τους αντιμετωπίζει είτε ως ασθενείς είτε ως αριθμούς.

Για την επιστροφή των τοξικοεξαρτημένων στην (κοινωνική) ζωή είναι απαραίτητος ένας «αστερισμός ομάδων» – φράση δανεική από τον σπουδαίο Γάλλο φιλόσοφο και ψυχίατρο Φελίξ Γκουαταρί.

Διότι δεν πρόκειται απλώς για ασθενείς, αλλά για ανθρώπους που έχουν αναγκαστεί να δραπετεύσουν τόσο από το ανυπόφορο του «οικογενειακού τους μυθιστορήματος» όσο και από το αβίωτο της κοινωνικής ιστορίας.