Με αφορμή το κρίσιμο θέμα της ανατροπής του υφιστάμενου πλαισίου για το οικογενειακό δίκαιο, η «Εφ.Συν.» μετά την πρώτη καταγραφή («Μεσαίωνα και στο οικογενειακό δίκαιο οραματίζεται η κυβέρνηση», 19.3.2021) δίνει σήμερα βήμα σε εκείνους που δεν κλήθηκαν ποτέ να πουν τη γνώμη τους στον Κ. Τσιάρα, σε εκείνους τους ειδικούς που δεν διαθέτουν ισχυρά λόμπι όπως οι συνομιλητές του υπουργού και σε εκείνους που μεταφέρουν την αγωνία μεγάλης μερίδας μητέρων και γυναικών που ένιωσαν στο πετσί τους τις «στοργικές» συμπεριφορές των συζύγων/συντρόφων τους, τώρα που η κυβέρνηση ετοιμάζεται στο όνομα του συμφέροντος του παιδιού να νομοθετήσει γι’ αυτές χωρίς αυτές!
Οι ισχυροί οικονομικά και πολιτικά σύλλογοι αγανακτισμένων πατεράδων, που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα μετά το αντίστοιχο κίνημα κυρίως στις ΗΠΑ, αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία με τα κινήματα κατά των αμβλώσεων, των θεωριών για το αγέννητο παιδί κ.λπ. Ακόμα κι αν υπάρχουν -και σίγουρα υπάρχουν ανάμεσά τους- πατεράδες που στερήθηκαν άδικα την επαφή με τα παιδιά τους ή έφτασαν να πληρώνουν διατροφές επειδή οι πρώην σύζυγοί τους εκμεταλλεύτηκαν τον νόμο, ο φανατισμός και η ισοπεδωτική αντίληψη κάθε άλλο παρά συνάδουν με τους ισχυρισμούς περί δήθεν υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από πότε άραγε ένας κανόνας με οριζόντια εφαρμογή θα μπορεί να αντικαταστήσει έναν δικαστή που θα κληθεί να κρίνει αν κάποιες καταγγελίες είναι ψευδείς ή όχι;

Ετοιμάστηκε ένας νόμος χωρίς την άποψη όχι απλά των πολυάριθμων γυναικείων οργανώσεων που διαχρονικά χλευάζονται στη χώρα μας, αλλά χωρίς καν να ρωτηθούν οι επιστημονικές ενώσεις, ο νομικός κόσμος, οι πρωτοβουλίες και οι σύλλογοι με μεγάλη εμπειρία σε ζητήματα οικογενειακού δικαίου, οι ειδικοί της ψυχικής υγείας κ.λπ. Κυρίως, όμως, παρά τα διαπιστωμένα στην Ελλάδα μεγάλα ενδοοικογενειακά ποσοστά κακοποίησης, σωματικής και σεξουαλικής, γυναικών και παιδιών, δεν ρωτήθηκαν τα ίδια τα θύματα!
Αγνοήθηκε ακόμα και το πόρισμα της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής (επί Ν.Δ.) υπό την προεδρία του συντηρητικού πρώην εισαγγελέα Ι. Τέντε. Το νομοσχέδιο συντάχτηκε ουσιαστικά μέσα στο υπουργείο Δικαιοσύνης με εμφανείς τις προτροπές των «αγανακτισμένων» μπαμπάδων. Ο Κ. Τσιάρας έχει με πολλούς τρόπους αποσαφηνίσει ότι επιθυμεί διάλογο μόνο με όσους συμφωνεί.
Διαβούλευση με χιλιάδες αρνητικά σχόλια
Η εξίσωση των δικαιωμάτων του παιδιού με τα δικαιώματα των γονέων αποτελεί το πλέον προβληματικό και επικίνδυνο κομμάτι του νόμου. Για αυτό και για πολλά άλλα ζητήματα διατυπώθηκαν αναλυτικές προτάσεις φορέων προς τον υπουργό, που αγνοήθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους
Αναφερόμενοι οι παιδοψυχίατροι στις ενδεχόμενες διαταραχές που προκαλούνται στα παιδιά ανάλογα και με την ηλικία, συμπεραίνουν ότι «τα αίτια των γονικών συγκρούσεων συχνά είναι πολύ βαθύτερα και δεν αναμένεται να λυθούν απλά με το ισόχρονο μοίρασμα της επιμέλειας, αλλά με κατάλληλη υποστήριξη των γονέων
Mε χιλιάδες σχόλια έκλεισε η διαβούλευση για τα 22 άρθρα του ν/σ «Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων και άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου». Εγκαταλείφθηκε μέχρι ενός σημείου η υιοθέτηση της αδιανόητης υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, ανοίγοντας όμως ένα επικίνδυνο παράθυρο που απειλεί να φέρει τα πάνω κάτω στα δικαιώματα του παιδιού και των γυναικών. Ολα τα άρθρα του νόμου Τσιάρα δέχτηκαν πρωτοφανή και σφοδρή κριτική στη διαβούλευση. Από τα αγωνιώδη σχόλια των μητέρων και των φορέων που τις εκπροσωπούν το αίτημα είναι κοινό: άμεση απόσυρση και διάλογος με όλους έτσι ώστε να συμπληρωθούν τα όποια κενά και να διορθωθούν οι αδυναμίες, χωρίς να διαλυθεί το προοδευτικό νομικό πλαίσιο που ισχύει σήμερα.
Ενδεικτικά τα πλέον προβληματικά σημεία:
● Το συμφέρον του παιδιού ταυτίζεται πλέον με τα συμφέροντα των γονέων. «Καθιερώνεται η αρχή της ισότητας των γονέων στις ευθύνες και στα δικαιώματα έναντι του τέκνου».
● Η ανάθεση της επιμέλειας μετά τον χωρισμό και ειδικά τον πολύ επώδυνο χωρισμό συγχέεται με τη γονική μέριμνα και την από κοινού άσκησή της με πρόσχημα «την ενίσχυση της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων στην ανατροφή του τέκνου, ώστε να μη μεταβάλλονται ο ρόλος και η σχέση τους με αυτό το τέκνο».
● Οι προτροπές για υποχρεωτική προσφυγή στη διαμεσολάβηση (με ανύπαρκτες συμβουλευτικές οικογενειακές δομές, στελεχωμένες από ειδικούς επιστήμονες, και με ακόμα πιο ανύπαρκτες φιλικές προς το παιδί δομές που θα μπορούν να εκτιμήσουν τη δική του αλήθεια) δημιουργούν ακόμα μεγαλύτερες δικαστικές διαδικασίες με πολλαπλά έξοδα για τους γονείς που είναι αδύνατο να βρουν κοινά αποδεκτές λύσεις.
● Καθίσταται υπεύθυνος «ο γονέας που διαμένει με το τέκνο να ενισχύει τη σχέση του με τον άλλον γονέα και τους συγγενείς αυτού, προκειμένου να αποφεύγεται το φαινόμενο της γονεϊκής αποξένωσης. Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη εφόσον δεν προκύπτει ότι είναι καθοδηγούμενη» (!).
● Προβλέπεται οριζόντια ποσοστό χρόνου για τη διαβίωση του παιδιού με κάθε έναν από τους γονείς, ανεξάρτητα από τους λόγους που οδήγησαν στον χωρισμό, ακόμα κι αν εκκρεμεί δηλαδή δικαστική απόφαση για διάπραξη αδικημάτων από τον έναν γονέα.
● Καθιερώνεται ελάχιστο τεκμήριο χρόνου επικοινωνίας του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει.
● Θεσπίζονται (νομικά αόριστα) κριτήρια κακής άσκησης γονικής μέριμνας, ώστε το δικαστήριο να δύναται ευχερώς να προβεί στην αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τον υπαίτιο γονέα.
● Επιβάλλεται η από κοινού άσκηση της επιμέλειας του τέκνου σε σημαντικά ζητήματα (ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα επείγοντα και τα εντελώς τρέχοντα, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης). Εδώ η επιμέλεια ταυτίζεται ξαφνικά με τη γονική μέριμνα που πράγματι αφορά και τους δύο γονείς, ανεξάρτητα από τη μεταξύ τους κακή σχέση.
● Ο νόμος θα εφαρμοστεί ακόμα και σε περιπτώσεις επιμέλειας που ήδη έχουν κριθεί πριν από την ψήφισή του!
Στη διάρκεια της κατάρτισης του ν/σ διατυπώθηκαν αναλυτικές προτάσεις φορέων προς τον υπουργό, που αγνοήθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους. Η Εταιρεία Οικογενειακού Δικαίου (ΕΟΔ), στην οποία πρόεδρος το 2017 εξελέγη ο Ι. Τέντες, επισημαίνει την ιδιαίτερη περίσκεψη που χρειάζεται «χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις και εμμονές, ανεξάρτητα από επιρροές ομάδων συμφερόντων» σε νομοθετικές πρωτοβουλίες που αφορούν το οικογενειακό δίκαιο και τα παιδιά. Διευκρινίζει η ΕΟΔ ότι όλες οι ρυθμίσεις της συνεπιμέλειας προϋποθέτουν γονείς διατεθειμένους να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να συνεργαστούν. Εξηγεί ότι άλλες χώρες με άλλες κοινωνικές συνθήκες και επαρκείς υπηρεσίες οικογενειακών δομών δεν μπορεί να αποτελούν μοντέλο για τη χώρα μας και ότι η εναλλασσόμενη, π.χ., κατοικία δημιουργεί συχνά άγχη και δυσκολίες στα παιδιά.
«Η προωθούμενη νομοθετική μεταβολή πρέπει να παρέχει στο δικαστήριο την ευχέρεια επιλογής όλων των δυνατών μορφών ρύθμισης της επιμέλειας του παιδιού και της επικοινωνίας με αυτό, έτσι ώστε να μπορεί να υιοθετήσει την προσφορότερη για το συμφέρον κάθε συγκεκριμένου παιδιού, χωρίς μάλιστα να δεσμεύεται από χρονικά όρια και σχετικά νόμιμα τεκμήρια», συνεχίζει η ΕΟΔ επισημαίνοντας την άμεση ανάγκη θεσμοθέτησης οικογενειακών δικαστηρίων (δικαστές, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί). «Διαφορετικά όποιος νόμος κι αν ψηφιστεί, αν οι δίκες για την επιμέλεια δεν γίνονται με την κατάλληλη διαδικασία που θα αποκαλύπτει στον δικαστή την αληθινή προσωπικότητα του γονέα, τίποτα δεν θα αλλάξει προς τη σωστή κατεύθυνση». Κι αυτά δεν τα λέει μια ακραία ομάδα αλλά η Εταιρεία του ανθρώπου που κλήθηκε αρχικά να καταρτίσει τον νόμο.

Δραματικές ήταν και οι επισημάνεις της Παιδοψυχιατρικής Εταιρείας Ελλάδος: «Ο κύριος παράγοντας που επηρεάζει την ψυχική υγεία και την κοινωνική προσαρμογή των παιδιών μετά τον χωρισμό των γονέων τους είναι η συνεργασία των γονέων πριν, στη διάρκεια και μετά τον χωρισμό τους». Αναφερόμενοι οι παιδοψυχίατροι στις ενδεχόμενες διαταραχές που προκαλούνται στα παιδιά ανάλογα και με την ηλικία, συμπεραίνουν ότι «τα αίτια των γονικών συγκρούσεων συχνά είναι πολύ βαθύτερα και δεν αναμένεται να λυθούν απλά με το ισόχρονο μοίρασμα της επιμέλειας, αλλά με κατάλληλη υποστήριξη των γονέων, όπως προτείνεται παρακάτω […].
Η άποψη της ΠΕΕ-ΕνωΨυΠΕ είναι ότι πρέπει να προβλέπονται όλες οι μορφές επιμέλειας και επικοινωνίας παιδιών-γονέων και κάθε φορά να επιλέγεται η καταλληλότερη για το συγκεκριμένο παιδί, χωρίς να επιβάλλεται υποχρεωτική νομοθετική ρύθμιση συνεπιμέλειας ούτε υποχρεωτικός χρόνος διαμονής των παιδιών με καθέναν από τους δύο γονείς».
Σφοδρές αντιδράσεις διατυπώνονται και από τις πλέον αναγνωρισμένες Ενώσεις Νομικών, με κύρια αιχμή τη ρύθμιση περί κοινής γονικής μέριμνας που προβλέπει υποχρεωτική επικοινωνία και διαμονή ακόμα και στις περιπτώσεις κακοποίησης που εκκρεμούν επί χρόνια έως ότου τελεσιδικήσουν. Αν δηλαδή ο πατέρας έχει κακοποιήσει τη μητέρα ή το παιδί, αυτό δεν θα εμποδίζει την επικοινωνία! Οι νομικοί επισημαίνουν τον κίνδυνο ακόμα μεγαλύτερων εξόδων των γονέων για δικαστική διαμεσολάβηση και στη συνέχεια δίκες.

Από «το συμφέρον του παιδιού» στα δικαιώματα των γονέων
Της Κατερίνας Φουντεδάκη*
Στο σχετικό άρθρο 5 διαπιστώνεται μια εμμονή με τον γονέα, τα δικαιώματα και τη στάση του, ενώ πρόκειται για μια γενική διάταξη με αντικείμενο το συμφέρον του παιδιού. Με την πρόταση αλλαγής του άρ. 1511 Α.Κ., το παιδί εξαφανίζεται από τη ρύθμιση και απλώς πλαισιώνει τα δικαιώματα και τον ρόλο των γονέων. Διαπιστώνεται έτσι μια εμφανής και ανεπίτρεπτη μετατόπιση επικέντρου από το συμφέρον του παιδιού στα δικαιώματα των γονέων. Αν γίνει δεκτή ως έχει, η διάταξη θα δημιουργήσει προβλήματα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Ειδικότερα, σύμφωνα και με την επιτροπή του ΟΗΕ για την παρακολούθηση της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το συμφέρον του παιδιού εξειδικεύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Ετσι, ο νομοθέτης δεν επιτρέπεται να ιεραρχεί και να επιβάλλει κριτήρια, όπως ότι το συμφέρον του παιδιού «εξυπηρετείται πρωτίστως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και στην αποτροπή (sic) διάρρηξης των σχέσεών του με καθέναν από αυτούς», ή να αναδεικνύει μη παιδοκεντρικά κριτήρια, όπως «η ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου».
Ολα αυτά τα κριτήρια καθώς και η επίσης προβλεπόμενη «συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και συμμόρφωσή του με δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και με προηγούμενες συμφωνίες» (περιέργως παραλείπεται η εξίσου σημαντική συμμόρφωση του γονέα προς τον νόμο) αποτελούν ίσως κριτήρια ανάθεσης της επιμέλειας και όχι γενικά κριτήρια για το συμφέρον του παιδιού. Για παράδειγμα, το δικαστήριο μπορεί να κληθεί να αποφασίσει για μια χειρουργική επέμβαση στο παιδί, για την οποία διαφωνούν οι γονείς. Τι σχέση έχουν με αυτό το θέμα η προηγούμενη στάση και οι προθέσεις του κάθε γονέα έναντι του άλλου;
Τέλος, η πρόβλεψη ότι η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη «εφόσον κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν αποτελεί προϊόν καθοδήγησης ή υποβολής» αντίκειται στις διεθνείς συμβάσεις για τα δικαιώματα του παιδιού, που προβλέπουν την ακρόαση της γνώμης του χωρίς αυτή τη γενική επιφύλαξη, που μειώνει τη σημασία της γνώμης του παιδιού. Σωστό λοιπόν είναι να απαλειφθεί στο σύνολό της η πρόταση για την αλλαγή και να γίνει δεκτή η πρόταση της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για τα άρθρα 1511-1514.
* καθηγήτριας Αστικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Η ακατανόητη απαίτηση για αμετάκλητη καταδίκη
Της Μαρίας Αποστολάκη*
Οπως το Κέντρο Διοτίμα έχει ήδη δηλώσει (diotima.org.gr), το «πολλά υποσχόμενο» νομοσχέδιο για την αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου μπορεί τελικά να μην εισάγει την υποχρεωτική συνεπιμέλεια, ωστόσο αφήνει τεράστια περιθώρια για υποχρεωτική συναπόφαση και υποχρεωτική ενίσχυση της σχέσης του τέκνου με τον έτερο γονέα, που, ας μην πέφτουμε από τα σύννεφα, κάποιες φορές μπορεί να είναι κακοποιητικός και εκδικητικός.
Ιδίως τα προτεινόμενα άρθρα 13 και 14 του νομοσχεδίου (δικαίωμα επικοινωνίας και συνέπειες κακής άσκησης) δημιουργούν γόνιμο έδαφος για εξακολουθητικές καταστάσεις παθογένειας και επαναθυματοποίησης μητέρων και παιδιών που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία κάθε μορφής. Πέρα από την εξόχως προβληματική εισαγωγή ενός οριζόντιου τεκμηρίου επικοινωνίας σε ποσοστό 1/3 του χρόνου του παιδιού (όπου μάλιστα δεν εξειδικεύεται αν πρόκειται για το 1/3 ολόκληρου του 24ώρου ή του χρόνου που απομένει μετά το σχολείο και τις λοιπές δραστηριότητες), φαίνεται να αμφισβητείται πως σε ορισμένες περιπτώσεις το συμφέρον του παιδιού επιβάλλει τη μη ενεργό παρουσία στη ζωή του και των δύο γονέων.
Πότε συμβαίνει αυτό; Μα φυσικά στις περιπτώσεις όπου ο ένας γονέας φέρεται να έχει τελέσει σοβαρά αδικήματα κατά του παιδιού ή και του άλλου γονέα. Με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο επιχειρείται η διασφάλιση, με κάθε τρόπο, του δικαιώματος του γονέα για επικοινωνία, δικαίωμα το οποίο δεν μπορεί να χάσει παρά μόνον αν καταδικαστεί αμετάκλητα για τέλεση σοβαρών ποινικών αδικημάτων (ενδοοικογενειακής βίας, γενετήσιας ελευθερίας κ.ο.κ.) σε βάρος του παιδιού ή σε βάρος του άλλου γονέα, αντί να υπάρχει μέριμνα για την προστασία του συμφέροντος και των δικαιωμάτων του παιδιού.
Η ίδια ακατανόητη απαίτηση για αμετάκλητη καταδίκη για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας εμφανίζεται και στο επόμενο άρθρο προκειμένου να αφαιρεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας από τον έναν γονέα, ενώ ταυτόχρονα παραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά σε ουσιαστικές περιστάσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, όπως είναι η έκθεση του παιδιού σε κίνδυνο, η παραμέληση της φροντίδας της υγείας του κ.ο.κ.
Και στις δύο περιπτώσεις καταλείπεται πολύς χρόνος σε βάρος της σωματικής και ψυχικής υγείας των παιδιών (αλλά πιθανόν και των μητέρων που έχουν υπάρξει θύματα των παραπάνω αδικημάτων), δεδομένου ότι, όπως είναι γνωστό, για μια αμετάκλητη καταδίκη από τα ελληνικά δικαστήρια απαιτείται χρονικό διάστημα 8 και πλέον έτη από την τέλεση του αδικήματος. Κι όμως σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη πρέπει να διευκολύνεται, υποχρεωτικά, η ενεργός παρουσία του γονέα-δράστη στη ζωή των θυμάτων!
Η προϋπόθεση της αμετάκλητης καταδίκης για να περιορίζεται ή να αποκλείεται το δικαίωμα επικοινωνίας του ή για να τεκμαίρεται η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας συγκρούεται ευθέως με το άρ. 18 του Ν. 3500/2006 το οποίο, σε συμμόρφωση με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής περιοριστικών όρων (μη προσέγγισης της κατοικίας, των σχολείων των παιδιών κ.λπ.) ήδη από το αρχικό στάδιο της υποβολής μιας καταγγελίας για ενδοοικογενειακή βία.
Τα παραπάνω δεν είναι φυσικά τα μοναδικά μελανά σημεία του εκτρωματικού υπό ψήφιση νομοσχεδίου, το οποίο, ως Κέντρο Διοτίμα, ευελπιστούμε πως έστω και την ύστατη στιγμή θα αποσυρθεί στο σύνολό του.
* δικηγόρου, συντονίστριας των νομικών υπηρεσιών του Κέντρου Γυναικείων Μελετών Διοτίμα
Η ελληνική κοινωνία δεν έχει «μάθει» να χωρίζει
Του Γιώργου Νικολαΐδη*
Στην ελληνική κοινωνία οι άνθρωποι δεν έχουν «μάθει» ακόμα να χωρίζουν όταν έχουν παιδιά. Εκατοντάδες ή χιλιάδες άνθρωποι έπειτα από ένα διαζύγιο περνάνε 10, 20 ή και όλα τους τα χρόνια αποδυόμενοι σε έναν απελπισμένο αγώνα ενάντια στον ή στην «τέως», μη μπορώντας να μεταβολίσουν ψυχικά το γεγονός ότι μια σχέση στην οποία επένδυσαν ψυχικά τελικώς πρέπει να τερματιστεί.
Πολλές φορές δυστυχώς σε αυτόν τον κυκεώνα αντεκδικήσεων εμπλέκονται και τα παιδιά τους, τα οποία μετατρέπουν σε ασπίδα ή εργαλείο για να καταφέρουν πλήγματα στην άλλη πλευρά – παρότι στην πραγματικότητα το μόνο που καταφέρνουν είναι να πληγώνουν τα παιδιά αυτά ανεπανόρθωτα και, σε τελική ανάλυση, και τους εαυτούς τους, καθηλωμένοι καθώς είναι σε αυτή την ατέλειωτη «μάχη χαρακωμάτων».
Στις οικογενειακές σχέσεις η εμπειρία διεθνώς δείχνει ότι ο νόμος από μόνος του δεν αρκεί για να αλλάξει μια κατάσταση. Συνεπώς το επίδικο δεν είναι μια τεχνική-νομική επίλυση ενός ούτως ή άλλως δύσκολου προβλήματος. Είναι, αντιθέτως, να βοηθήσουμε την ελληνική κοινωνία να «μάθει» να χωρίζει και όταν έχει παιδιά. Αντί γι’ αυτό, όμως, το νομοσχέδιο κινείται μάλλον σε αντιδιαμετρική κατεύθυνση.
Στις οικογενειακές σχέσεις η εμπειρία διεθνώς δείχνει ότι ο νόμος από μόνος του δεν αρκεί για να αλλάξει μια κατάσταση
Παρότι εισάγει –με μεγάλη ασάφεια ως προς τον χαρακτήρα του– τον θεσμό της οικογενειακής διαμεσολάβησης, αυτός είναι μάλλον τεχνικού-διοικητικού χαρακτήρα για να αποφασίσει τις σολομώντειες λύσεις όταν οι διαζευγμένοι δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους αναφορικά με τα παιδιά τους. Είναι μάλλον μια νομοθετική αλλαγή που αποσκοπεί περισσότερο στην αποσυμφόρηση του δικαστικού συστήματος από υποθέσεις, αναθέτοντάς τες εκτός δικαστηρίων, παρά μια συνδρομή στη δυσκολία των διαζευγμένων να ξεπεράσουν τον θυμό, την απογοήτευση, τις ματαιωμένες προσδοκίες, για να δουν από εκεί και πέρα πώς ανατρέφουν τα παιδιά τους και συνεχίζουν τις ζωές τους.
Θα έπρεπε η ελληνική πολιτεία να αναλογιστεί σοβαρά την από χρόνια ανεκπλήρωτη ανάγκη για θέσπιση οικογενειακών δικαστηρίων (ώστε και οι δικαστές να μη δικάζουν ανθρώπινες ζωές ανάμεσα σε κτηματικές διαφορές και αθετήσεις συμβολαίων). Θα έπρεπε να αναπτυχθούν κοινωνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες ψυχικής υποστήριξης που να βοηθήσουν την ελληνική κοινωνία να προσαρμοστεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, τον/την κάθε διαζευγμένο/-η να ξεπεράσει τα αρνητικά συναισθήματα και να δει το συμφέρον των παιδιών και του/της ιδίου/-ας. Θα έπρεπε επίσης να δούμε στα αναγκαία μέτρα την ενεργό στήριξη της πολιτείας σε αμφότερους τους διαζευγμένους γονείς με ενίσχυση της δυνατότητάς τους για παροχή χώρου διαμονής στα παιδιά, με διευκολύνσεις στην εργασία τους για τις αναγκαίες μετακινήσεις των παιδιών, με ανάπτυξη δωρεάν συμβουλευτικών υπηρεσιών που να μπορούν να τις παρακολουθήσουν οι διαζευγμένοι γονείς. Ειδάλλως η συζήτηση για διάφορα μέτρα, όπως π.χ. περί εναλλασσόμενης κατοικίας, πρακτικά περιορίζεται στους έχοντες είτε οικονομική επιφάνεια είτε εκτενές ευρύτερο οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο.
Αν δεν αλλάξουμε τρόπους αντίληψης και συζήτησης για το θέμα, είναι πολύ πιθανό, όποιες τεχνικές ρυθμίσεις και να θεσμοθετηθούν, οι άνθρωποι αυτοί να εξακολουθούν να ταλαιπωρούνται, να χάνουν τις ζωές τους στη μάχη μεταξύ τους, εκόντες-άκοντες να θυματοποιούν και τα παιδιά τους στις συγκρούσεις. Και οι μόνοι ωφελημένοι τελικά θα είναι κάποιοι δικηγόροι και οι στρατιές των συνεργαζόμενων μαζί τους πραγματογνωμόνων και λοιπών επαγγελματιών…
* ψυχιάτρου, διευθυντή Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, εκπροσώπου της Ελλάδας και πρώην προέδρου της Επιτροπής Λανζαρότε του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών από τη σεξουαλική βία και εκμετάλλευση
