Ανοιξη. Δεν μπορεί, κάπου θα υπάρχει ένας νέος Διονύσιος Σολωμός να παλεύει με το μολύβι του ή με τα πλήκτρα του για να φωτίσει τον οργασμό της φύσης αλλά και το θανατικό που έχει πέσει στην κοινωνία. Πώς γίνεται να συνυπάρχουν αυτά; Να γράψει για τους τωρινούς ελεύθερους πολιορκημένους, που μες στην ηλιόλουστη χώρα τους βλέπουν το ρίγος του φωτός της άνοιξης, αλλά αδυνατούν να λουστούν στην έκχυσή του, να το νιώσουν, να το βάλουν επάνω στο δέρμα τους, μέσα στην ψυχούλα τους. Δεν είναι εφεύρημα των ποιητών η τραγική ειρωνεία, είναι η ίδια η ζωή που μας φανερώνεται στις μέγιστες αντιθέσεις της.
Είναι αβάσταχτη τούτη η συνύπαρξη άνοιξης και θανάτου και κάποιοι δεν λένε να το καταλάβουν, κάποιοι ψεύδονται στον ελληνικό λαό και δυστυχώς αυτός ο λαός έχει μείνει μόνος του να αντιμετωπίσει τον εγκλεισμό και τη φρίκη. Από τη μια «μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη» και από την άλλη άνθρωποι να πεθαίνουν από τον ιό. Θρήνος και συνωστισμός στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας και ταυτόχρονα «έξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα … νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια».
Χάνει τη φωνή του κανείς ζώντας σε τέτοιες [αδιανόητες] συνθήκες -ας μη χάσει και το κουράγιο του, τις ελπίδες του, τον αγώνα του. Βλέπεις τα λουλούδια να ανθίζουν στα μπαλκόνια και δεν μπορείς να γεμίσεις από την ομορφιά, τα χρώματα αλλά και τα αρώματα που σκορπίζονται. Δεν ακούγονται και τα λόγια της Μητέρας: «Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου». Τα λόγια της Μητέρας [πατρίδας, κυβέρνησης] δεν ακούγονται γιατί δεν λέγονται, φαίνεται ανήμπορη [ανίκανη, ανεπαρκής] να φροντίσει τα παιδιά της.
Βλέπεις και τους νέους και θλίβεται η ψυχή σου. Δεν μπορούν να διοχετεύσουν τις ορμές τους, να «καούν» από το εσωτερικό τους κόχλασμα, να μας προκαλέσουν με τη γλυκιά αυθάδειά τους. Σκεφτικοί κι αγέλαστοι, νευρικοί κι απόμακροι, τα βάζουν τελικά με τον εαυτό τους, τρώνε τις σάρκες τους και τα σπλάχνα τους. Συναντούν την άνοιξη σκυθρωποί, σχεδόν με μίσος, λες και αυτή είναι που φταίει γιατί δεν μπορούν να χορέψουν, να ταξιδέψουν, να ερωτευτούν, να επιχειρήσουν την επαφή τους με πρωτόγνωρες εμπειρίες και αλλόκοτα συναισθήματα -να βιώσουν τη νεότητα. Χάθηκε η νεότητα και μαζί της η ομορφιά, το σφρίγος· το αεράκι του μέλλοντος.
Διακόσια χρόνια από την επανάσταση και να που είμαστε σαν τους αποκλεισμένους προγόνους στο Μεσολόγγι, με εχθρούς αόρατους αυτή τη φορά και ίσως πιο επικίνδυνους [από τη μια η πανδημία και από την άλλη η ολιγότητα της κυβέρνησης], αλλά παραμένουμε σαν κι εκείνους αβοήθητοι -αν είναι να γίνει έξοδος [δεν ξέρω με ποιον τρόπο] ας είναι τουλάχιστον αναίμακτη.
