ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αριστοτέλης Σαϊνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα ανέκδοτο κείμενο από το Αρχείο του και δώδεκα αθησαύριστα αφηγήματα, δημοσιευμένα μεταξύ 1976-2011, εμπλουτίζουν την εικόνα του εργαστηρίου του ποιητή και πεζογράφου, δεινού αφηγητή και μεγάλου παραμυθά, μεταφραστή και κριτικού, Αργύρη Χιόνη (1943-2011). Πρόκειται για διηγήματα, αυτοβιογραφικά κείμενα και πορτρέτα ομοτέχνων, με ρευστά όρια μεταξύ τους, τα οποία συνέχει η παιγνιώδης διάθεση, αλλά και αφηγηματικοί τρόποι και τεχνικές της ώριμης περιόδου του, αποδεικνύοντας πόσο νωρίς ο Χιόνης είχε ήδη κατακτήσει το χαρακτηριστικό του ύφος.

Δύο κείμενα στη γραμμή του Μπόρχες, μια αλληγορία εγκλεισμού και ένα ψευδοδοκίμιο [«Η πολιτεία Λαβύρινθος» (1986-1987), «Τα ωραιότερα χαϊκού και τάνκα του Καμιμούρα Γιουτάκα» (2000)], δίνουν τη θέση τους σε τέσσερα αυτοβιογραφικά κείμενα [«Ενα μαγικό συμβάν από την εποχή που πλανιόμουν στον κόσμο» (1996), «Η αυλή του Παπαδιαμάντη στου Ψυρρή και η δική μου στα Σεπόλια» (2001)] και δύο βασισμένα σε περιστατικά της παρισινής περιόδου [«Το παιχνίδι της Κλαρίτας» (2011), «Μοσχοσάπουνο και Σοκολάτα» (1997)] και ακολουθούνται από δύο αντισυμβατικά πορτρέτα ομοτέχνων του που αντιστρέφουν αρχές του είδους, καθώς εδώ το έργο είναι αυτό που εξηγεί τον βίο [«Το λογοτέχνημα Ζυράννα Ζατέλη» (2010), «Χρίστος Λάσκαρης, ο ποιητής Χρίστος, ο φίλος» (2008)].

Τη συλλογή συμπληρώνουν δύο μικροδιηγήματα που έχουν τροφοδοτήσει εκτενέστερες και ήδη γνωστές εκδοχές τους [«Ο ίσκιος του Νουρ εν Ντίν» (1985), «Αυτός που βάδιζε σε μιαν έρημο» (1982)], δύο κείμενα που ανακυκλώνουν βασικά θέματα της ποιητικής του [ο δισυπόστατος χαρακτήρας της καλλιτεχνικής δημιουργίας στο ανέκδοτο «Sviatoslav Richter» (χειρόγραφο του 1976), ο υπαρξιακός εν ζωή θάνατος στο «Μια αστυνομική ιστορία» (1981-1982)] και η συλλογή κλείνει, ταιριαστά για την περίπτωση του «ακίνητου δρομέα» Αργύρη Χιόνη, με μια εκτεταμένη μεταφορά για το εσωτερικό ταξίδι [«Ο δρόμος της μοναξιάς» (2009)].

Πρόκειται και πάλι για αυτοσυνείδητα κείμενα που επιστρατεύουν όλο το οπλοστάσιο των ρητορικών τρόπων˙ κείμενα που χορεύουν ή βηματίζουν με γαλήνιο ρυθμό (σαν «μουσική δωματίου», όπως έλεγε ο ίδιος για τα ποιήματά του) και σβαρνίζουν διακειμενικά τις αναγνώσεις του συγγραφέα, παρωδώντας τρόπους και είδη˙ κείμενα με υποδόριο χιούμορ και αυτοσαρκασμό, γεμάτα εξανθρωπισμένα τέρατα και ζωοποιημένα αντικείμενα˙ κείμενα, τέλος, που κάτω από την απλότητα της επιφάνειάς τους κρύβουν την αγωνία για το παράλογο της ανθρώπινης κατάστασης. «Θέμα βαρύ ή μάλλον δυσβάσταχτο» απαιτεί «ύφος παιγνιώδες», έλεγε ο ίδιος, και να, ανάγλυφα, ο μοναχικός δρόμος του Αργύρη Χιόνη, που μπορεί και να εξηγεί την ανταπόκριση των βιβλίων του έξω από τον στενό κύκλο μυημένων και θαυμαστών.

Η ανάγνωση της συλλογής στο φως του συνολικού έργου, σε αναζήτηση συνηχήσεων και αντηχήσεων, ενισχύει τις κριτικές παρατηρήσεις τόσο περί μη ουσιαστικής εξέλιξης στο ποιητικό έργο του Χιόνη από το 1974 και εξής (Γιάννης Πατίλης) όσο και της μη αλλαγής του τρόπου να διαπιστώνει ακατάπαυστα τα ίδια πράγματα (Αλέξης Ζήρας). Πράγματι, στη συλλογή αντιπροσωπεύονται –σε ίσες σχεδόν δόσεις– αφηγηματικοί τρόποι, θεματικές εμμονές και ειδολογικές κατηγορίες που απασχόλησαν τόσο τον ποιητή όσο και τον πεζογράφο Χιόνη στο μάκρος όλης της συγγραφικής του πορείας. Κατ’ αρχάς, το παιχνίδι με τις ιδιότητες των όντων, που διαπερνά ολόκληρο το έργο του (από τις ποιητικές «Μεταμορφώσεις» του 1974 ώς τα πεζογραφικά «Οντα και μη όντα» του 2006), αποτελεί βασικό θέμα του ανέκδοτου χειρογράφου του 1976.

Επειτα, τα αυτοβιογραφικά κείμενα του τόμου αποδεικνύουν το ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον του για τον αυτοβιογραφικό τρόπο. Τέλος, τα μπορχικά κείμενα δείχνουν την πρώιμη προσχώρηση στο πιο εντυπωσιακό είδος της πεζογραφίας του Μπόρχες, το φανταστικό δοκίμιο ή ψευδοδοκίμιο, το οποίο στα χέρια του Χιόνη δεν αποτέλεσε ποτέ απλό ενδολογοτεχνικό παίγνιο, αλλά, όπως συμβαίνει με τις καλύτερες εκδοχές του είδους που αποτελούν συμπύκνωση της ουσίας της μυθοπλασίας, εμπλουτίστηκε με υπαρξιακούς προβληματισμούς.

Πράγματι, ο Χιόνης, εκτός από το προσωπείο του Καμιμούρα Γιουτάκα της παρούσας συλλογής, στον οποίο αποδίδει τις δικές του ελεύθερες μεταφράσεις των Ηρακλείτειων αποσπασμάτων σε μορφή χαϊκού, μας χάρισε επίσης τον Δυσμενίδη τον Τυανέα, τον Αραβα παραμυθά Χορχ ελ Αλεφ, δύο δικούς του φασματικούς αναδιπλασιασμούς (τον Αργεντινό ουλτραϊστή Esteban Argentea Nieve (1900-1925) και τον Ιρλανδό ποιητή και ελληνιστή Stephen Silversnow) και, τέλος, δεν άφησε να περάσει στη λήθη ο εικαστικός Κυριάκος Παναγιωτόπουλος ο οποίος βασανιστικά οδηγήθηκε στην άκρα αφαίρεση (μπροστά στη δική του «λευκή τελεία σε λευκό φόντο» το «λευκό τετράγωνο σε λευκό φόντο» του Μάλεβιτς «φαντάζει σαν ρομαντικό τοπίο») και ξεψύχησε στα χέρια του Τεριάντ λέγοντας: «Και επιμένω πως υπάρχει μονάχα ένας θεός, ο Ιώβ, ο πάσχων άνθρωπος».

Οπως και να ’χει, η παρούσα συλλογή δεν επιβεβαιώνει απλώς τη γνωστή πορεία του Χιόνη, αλλά και δείχνει ότι πολλά χαρακτηριστικά της ώριμης περιόδου ανιχνεύονται ήδη αποκρυσταλλωμένα σε πρώιμα κείμενά του.

Ο Χιόνης, που είχε ξεκινήσει ως μια σημαντική φωνή της γενιάς του 1970 με μικρές πεζόμορφες αφηγήσεις εσωτερικής έντασης, εμπλουτίζοντας διαρκώς την πεζολογική ακρίβεια του Καβάφη και τον σαρκασμό του Καρυωτάκη με τον υπερρεαλισμό του Οκτάβιο Πας, τον ονειρικό κόσμο του Ανρί Μισό, τον ιδιοσυγκρασιακό κόσμο του Ράσελ Εντσον και την ειρωνεία του Νικανόρ Πάρα (για να μείνω μόνο στις γνωστές μεταφραστικές επιλογές του), πέρασε γρήγορα στην πεζογραφία με οδηγούς τον Κάφκα, τον Μπέκετ (ολοφάνερα παρόντα στις θεατρικές του φάρσες) και όλο και περισσότερο τον Μπόρχες (μεταφράζει, αν δεν κάνω λάθος, Μπόρχες στο περιοδικό Το Δέντρο, το 1990), και αφού βάδισε για χρόνια με τις δύο ιδιότητές του, καθιερώθηκε, κατά την τελευταία εξαιρετικά γόνιμη περίοδο της ζωής του (2006-2011), ως πεζογράφος.

Να προσθέσω εδώ ότι η επαναληπτική καταφυγή στο λεξικό και η συστηματική εξερεύνηση της λογοτεχνικής εγκυκλοπαίδειας, όπως ο ίδιος σημειώνει στη συλλογή Οντα και μη όντα (Γαβριηλίδης, 2006), οφείλονται, μέσω Μπόρχες πάλι, «στο φωτεινό παράδειγμα των εκλεκτών συναδέλφων Νάσου Βαγενά και Δημήτρη Καλοκύρη στον τομέα της παράφρασης και δημιουργικής ανάπλασης αλλοδαπών κειμένων»!