Ο ελληνικός κινηματογράφος καταγράφει ξέφρενη πορεία μέχρι τη σεζόν 1969-70. Η παραγωγή ταινιών σταθεροποιείται στις 100 περίπου τη χρονιά. Η κίνηση των ελληνικών ταινιών τα πρώτα χρόνια της χούντας είναι εξαιρετική. Τη σεζόν 1967-68 κόπηκαν μάλιστα 17.001.682 εισιτήρια, ενώ τη σεζόν 1968-69 φτάνουμε στο απόγειο, με 17.862.033 εισιτήρια. Ωστόσο, παρά την ευημερία των αριθμών, είχαν αρχίσει να παρουσιάζονται τα πρώτα σημάδια της κρίσης.
Με καθυστέρηση 20 χρόνων, ο ελληνικός κινηματογράφος βρέθηκε αντιμέτωπος με τα προβλήματα που αντιμετώπισε η βιομηχανία του σινεμά στις ΗΠΑ και στη Δυτική Ευρώπη. Η πτώση ξεκίνησε, λόγω της εισβολής της τηλεόρασης, αλλά και των αλλαγών στον τρόπο ζωής και διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου.
Η τηλεόραση άρχισε να εκπέμπει το 1966. Μέχρι το 1968, η εμβέλειά της περιοριζόταν στην Αθήνα. Η νέα μορφή ψυχαγωγίας κέρδιζε σταθερά έδαφος και από το 1971 πήρε τη μορφή χιονοστιβάδας. Από τις 11.000 τηλεοπτικές συσκευές το 1966, περάσαμε στις 900.000 το 1974.
Με τη δυναμική της είσοδο, αρχικά στα μεγάλα αστικά κέντρα, άρχισε η πτώση των εισιτηρίων στα σινεμά. Οι θερινοί κινηματογράφοι της Αττικής από 31.127.449 εισιτήρια το 1967 έπεσαν στα 29.365.207 το 1968.
Η κρίση αρχίζει από τη σεζόν 1970-1971 και η παραγωγή ταινιών μειώνεται σταθερά. Μέσα στα έτη 1970-71 γυρίστηκαν 87 ταινίες, ενώ το 1971-72 ενενήντα και μόλις εξήντα τέσσερις τα έτη 1972-73. Ο αριθμός των εισιτηρίων πέφτει με γρήγορους ρυθμούς. Οι παραγωγοί τότε κατέφυγαν στις «ερωτικές» ταινίες, αλλά δεν μπόρεσαν να αντιστρέψουν την κατάσταση. Οι άνθρωποι του κινηματογράφου προσπάθησαν να αντιδράσουν, αλλά οι σπασμωδικές κινήσεις τους ήταν αδύνατο να αποτρέψουν το μοιραίο.
Από το 1971 η τηλεόραση άρχισε να προβάλλει ελληνικές ταινίες. Στις 5 Δεκεμβρίου του 1972 οι κινηματογραφιστές αποφάσισαν το κλείσιμο όλων των κινηματογράφων της χώρας. Ζητούσαν τη μείωση του φόρου στα εισιτήρια, την παροχή δανείων, την οικονομική ενίσχυση των παραγωγών και την αναθεώρηση της λογοκρισίας.
Οπως αναφέρει και ο Γιώργος Ανδρίτσος στο βιβλίο του «Κινηματογράφος και Ιστορία», η χούντα προχώρησε στην επανεξέταση των ταινιών που είχαν πάρει άδεια προβολής πριν από το πραξικόπημα. Ταινίες πολιτικά επικίνδυνες, όπως οι «Πρόσωπο με πρόσωπο» και “Οι βοσκοί της συμφοράς» απαγορεύτηκαν, ενώ έγιναν περικοπές σε παλαιότερες ταινίες.
Το 1969, από το σενάριο της ταινίας «Ξύπνα, Βασίλη» του Γιάννη Δαλιανίδη κόπηκαν φράσεις. Η ένταση της λογοκρισίας είχε ως αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη αυτολογοκρισία των δημιουργών, οι οποίοι είχαν να αντιμετωπίσουν και την πίεση των παραγωγών.
Κατοχή και Αντίσταση
Την περίοδο της χούντας γυρίστηκαν ταινίες που ασχολούνταν με την Κατοχή και την Αντίσταση. Συγκεκριμένα, από τις 591 ταινίες που γυρίστηκαν, πενήντα πέντε επικεντρώνονται ή έχουν εκτεταμένες αναφορές, ενώ μόνο σε δώδεκα γίνονται μικρές αναφορές. Αυτό όμως που διαφοροποιεί αυτή την εποχή από την προηγούμενη περίοδο δεν είναι τόσο η αύξηση της παραγωγής όσο ο πολλαπλασιασμός των ταινιών που κάνουν εκτεταμένες αναφορές ή επικεντρώνονται στην αναπαραγωγή των χρόνων της Κατοχής και της Αντίστασης.
Μια ακόμα διαφοροποίηση είναι η στροφή μερίδας του εμπορικού κινηματογράφου στις πολυδάπανες παραγωγές πολεμικών ταινιών. Η στροφή αυτή ευνοήθηκε από την προθυμία της χούντας να διευκολύνει τους παραγωγούς «πατριωτικών» ταινιών με την παροχή στρατιωτικού υλικού. Βέβαια διευκολύνσεις για το γύρισμα ταινιών γίνονταν και τα προηγούμενα χρόνια. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ταινίες όπως: «Καταδρομή στο Αιγαίο», «Η Κρήτη στις Φλόγες», «Ματωμένα Χριστούγεννα», «Η φλόγα της ελευθερίας».
Η συνεργασία της χούντας με μια σημαντική μερίδα ανθρώπων του κινηματογράφου υπήρξε επωφελής και για τις δύο πλευρές. Η δικτατορία αξιοποίησε τις δυνατότητες του σινεμά για να επιβάλει μια αφήγηση για το παρελθόν που νομιμοποιούσε την αποστολή των στρατιωτικών και στήριζε το καθεστώς τους.
Μάλιστα, το 1970 ίδρυσε τη θυγατρική της ΕΤΒΑ, Γενική Κινηματογραφικών Επιχειρήσεων, η οποία συμμετείχε στην παραγωγή ταινιών όπως ο «Παπαφλέσσας» και «Η χαραυγή της νίκης».
Η στροφή των παραγωγών απέδωσε τους αναμενόμενους καρπούς και δικαιώθηκε, τουλάχιστον εμπορικά, καθώς έφερε το κοινό στις αίθουσες. Οι μεγάλες παραγωγές έκοψαν εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια.
Υπάρχουν όμως και άλλες δύο διαφοροποιήσεις: Η πρώτη είναι ότι η πρόσφατη ιστορία επιστρέφει στον κινηματογράφο. Μέσα στη χούντα γυρίστηκαν δύο ταινίες που αναφέρονταν σε πραγματικά γεγονότα της Κατοχής. Η πρώτη είναι «Ο Γοργοπόταμος» που αφηγείται την επιχείρηση για την ανατίναξη της γέφυρας από τους αντάρτες σε συνεργασία με Αγγλους σαμποτέρ στις 25 Νοεμβρίου του 1942.
Η δεύτερη είναι «Το Φρούριο των Αθανάτων», το οποίο μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη την απαγωγή από Αγγλους κομάντος και Ελληνες αντάρτες του υποστράτηγου Kreipe στις 26 Απριλίου του 1944. Παράλληλα, πυκνώνουν οι αναφορές σε πραγματικά γεγονότα της Κατοχής και σε πολεμικές επιχειρήσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η δεύτερη και πιο σημαντική διαφοροποίηση είναι ότι, μετά την πλήρη αποσιώπηση της ΕΑΜικής Αντίστασης και των εμφύλιων συγκρούσεων στα χρόνια της Κατοχής και μετά την απελευθέρωση, τώρα έχουμε ταινίες που αναφέρονται στον ρόλο της Αριστεράς, αλλά και στις εμφύλιες συγκρούσεις. Η Αντίσταση παρουσιάζεται σαν αποκλειστικό δημιούργημα του στρατού και περιορίζεται στον αγώνα μικρών ή μεγαλύτερων ομάδων.
Η ταινία «Υπολοχαγός Νατάσσα» είναι η χαρακτηριστικότερη εκπρόσωπος της επίσημης αφήγησης. Μετέφερε στη μεγάλη οθόνη με μελοδραματισμό μια ερωτική ιστορία με πλαίσιο την Κατοχή και την Αντίσταση. Οι αναφορές στα προβλήματα της καθημερινής ζωής μένουν στο επίπεδο της περιγραφής και δεν προχωρούν στην αναζήτηση των αιτιών που τα προκάλεσε. Σε αρκετές ταινίες ο φιλμικός χρόνος προσδιορίζεται με αναφορές σε γεγονότα που είχαν χαραχτεί στη συλλογική μνήμη.
Η χώρα μπήκε στον «γύψο» το 1967. Μαζί και ο ελληνικός κινηματογράφος, αφού ως μέσο απευθυνόταν σε περισσότερο κόσμο και σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Η λογοκρισία έγινε μια λέξη γνώριμη και για πολλά χρόνια το «άγρυπνο» βλέμμα της ήταν κολλημένο σε κάθε μορφή τέχνης, περιμένοντας με το ψαλίδι ανά χείρας για να επέμβει.
Ο κινηματογράφος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της χώρας μας. Η δύναμη της τέχνης με τη συνοδεία φιλόδοξων ανθρώπων άλλαξαν μια ολόκληρη εποχή. Αν η Ελλάδα του τότε, μετά την παρακμή της, είχε τη δύναμη να αναγεννηθεί, τότε σημαίνει πως υπάρχει ελπίδα και για την Ελλάδα του σήμερα.
● Το άρθρο είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο του Γιώργου Ανδρίτσου «Κινηματογράφος και Ιστορία»
