Οι Ιταλοί ξεπέρασαν τους αρχικούς ενδοιασμούς και παρέδωσαν, τελικά, τα κλειδιά της χώρας στον νέο πρωθυπουργό-τεχνοκράτη Μάριο Ντράγκι. Η δημοτικότητά του στα διάφορα γκάλοπ ξεπερνά το 70% και τα μέσα ενημέρωσης, στη συντριπτική πλειονότητά τους, τον παρουσιάζουν ως τον άνθρωπο που θα βγάλει την Ιταλία από την οικονομική κρίση και από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης που προκάλεσε η πανδημία.
Η πλειοψηφία που εξασφάλισε προς στήριξη της προσπάθειάς του αυτής είναι ευρύτατη: ξεκινά από ένα μεγάλο μέρος της Ιταλικής Αριστεράς και φτάνει μέχρι τη Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι και τη Λέγκα του Σαλβίνι.
Η κυβέρνηση θα μπορούσε να διαρκέσει μέχρι την άνοιξη του 2023, όταν εκπνέει η νομοθετική περίοδος και θα πρέπει να γίνουν υποχρεωτικά βουλευτικές εκλογές. Εκτός και αν, όταν λήξει η θητεία του Ματαρέλα (σε έναν χρόνο ακριβώς), τα κόμματα προτείνουν στον Ντράγκι να μετακινηθεί στην προεδρία της Δημοκρατίας και επιλέξουν νέο πρωθυπουργό.
Ολοι προσπαθούν να καταλάβουν πώς θα μπορέσει να κυβερνήσει ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με μια τόσο διευρυμένη και αισθητή παρουσία των κομμάτων.
Από τη μία, είναι σαφές ότι σε κάθε του βήμα θα έχει την απόλυτη κάλυψη του Ματαρέλα. Από την άλλη, την πρώτη τουλάχιστον περίοδο, αναμένεται να ρίξει το κύριο βάρος σε μόνο μία προσπάθεια: στην κατάρτιση του σχεδίου που πρέπει να κατατεθεί στις Βρυξέλλες μέχρι τον Απρίλιο, βάσει του οποίου η Ιταλία θα μπορέσει να αξιοποιήσει αποτελεσματικά τα νέα ευρωπαϊκά κονδύλια.
Πρόκειται για πάνω από 200 δισεκατομμύρια ευρώ και είναι ο πιο σημαντικός λόγος που οδήγησε, τελικά, στην πτώση του Τζουζέπε Κόντε. Οι ιθύνοντες των περισσότερων κομμάτων δεν ήθελαν να αφήσουν να διαχειριστεί το τεράστιο αυτό ποσό ένας άνθρωπος που μέχρι πριν από τρία χρόνια δεν είχε κατέβει ποτέ στον στίβο της πολιτικής.
Σοβαρές αντιδράσεις
Η εντυπωσιακή αυτή «πανιταλική στροφή» υπέρ του Ντράγκι είχε, όμως, και σειρά συνεπειών στο εσωτερικό των διαφόρων κομμάτων:
Στη κεντροαριστερά, το Δημοκρατικό Κόμμα είναι πολύ πιθανό να πραγματοποιήσει έκτακτο συνέδριο, στο οποίο ένα μέρος της ηγεσίας αναμένεται να κατηγορήσει τον νυν γραμματέα Νικόλα Τζινγκαρέτι για ακινησία και έλλειψη ουσιαστικής πολιτικής πρωτοβουλίας. Στην δε Ιταλική Αριστερά, η στήριξη του Ντράγκι προκάλεσε ενδοιασμούς και αντιρρήσεις σε μεγάλο μέρος των μελών και των στελεχών.
Αλλά ο μεγάλος πολιτικός σεισμός σημειώθηκε στα Πέντε Αστέρια. Υστερα από πιέσεις και συνεχείς παρεμβάσεις του Μπέπε Γκρίλο, το 59% των εγγεγραμμένων στο κίνημα αυτό τάχθηκε υπέρ της συμμετοχής στο νέο κυβερνητικό σχήμα, μέσω διαδικτυακής ψηφοφορίας. Αλλά η αμφισβήτηση της γραμμής αυτής είναι εντονότατη.
Πέρα από το 40% των μελών που την απέρριψε, υπήρξε και μία ηχηρή αποχώρηση: ο Αλεσάντρο Ντι Μπατίστα, πρώην βουλευτής και «αριστερή ψυχή» του κινήματος, ανακοίνωσε επίσημα ότι εγκαταλείπει τους «πεντάστερους» διότι, ουσιαστικά, δεν μπορεί να εγκρίνει τη στήριξη ενός τραπεζίτη που θέλησε να αναλάβει την πρωθυπουργία.
Σαλβίνι, το «καλό παιδί»
Υπάρχει, τέλος, και το κεφάλαιο της Λέγκας: μετά τις ατελείωτες ξενοφοβικές κορόνες και επιθέσεις κατά των Βρυξελλών, ο Ματέο Σαλβίνι μετανόησε εν μιά νυκτί: δήλωσε ότι για τους μετανάστες, πλέον, τον καλύπτει η ευρωπαϊκή νομοθεσία και ότι τον ικανοποιούν οι κανόνες που ισχύσουν σε χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία. Πρόσθεσε, επίσης, ότι το σημείο αναφοράς του είναι «η δημοκρατική Δύση» και ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να στηριχτούν από τις Βρυξέλλες οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της χώρας.
Προφανώς, δεν θέλει να αποκλειστεί από τη διαχείριση των γενναιόδωρων κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Παράλληλα, χάρη στην προβολή του νέου και μετριοπαθούς αυτού προφίλ, ελπίζει να κερδίσει μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του Μπερλουσκόνι, ο οποίος μοιάζει όλο και πιο αδύναμος. Δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάσει, δηλαδή, μια μελλοντική προσέγγιση της Λέγκας με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.
Οπως γράφουν έμπειροι πολιτικοί παρατηρητές, βέβαια, θα πρέπει να δούμε αν οι προθέσεις αυτές του Σαλβίνι είναι ειλικρινείς ή αν πρόκειται απλά «για τον αμετανόητο λύκο του παραμυθιού, ο οποίος ντύθηκε, για ακόμη μια φορά, με τα ρούχα της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας».
