Στη γειτονιά μας, εδώ στον Μαραθώνα (Δικαστικοί Υπάλληλοι, Σχινιάς), οι περισσότεροι κάτοικοι, μόνιμοι ή παραθεριστές, έχουν από έναν, δύο ή και περισσότερους σκύλους. Και όχι για «φύλακες» ή για κυνήγι, αλλά για παρεούλα. Ανθρωποι και σκύλοι είναι μια οικογένεια: βολτάρουν μαζί, παίζουν μαζί, αράζουν μαζί, τσακώνονται μαζί, αγαπιούνται μαζί.
Ενας γείτονας και φίλος, ο Χρήστος, που ξέρει τους πάντες και τα πάντα στην περιοχή, συχνά μου διηγείται ιστορίες για τους γείτονες και τα σκυλιά τους. Προχθές, μάλιστα, μου έστειλε με e-mail μια τόσο ωραία, αλλά και καλογραμμένη, που αποφάσισα να τη μοιραστώ μαζί σας. Είναι η ιστορία του (μακαρίτη πια) φίλου και γείτονα Αλέκου Σαλαπάτα και της Λίζας, της πανέξυπνης «λυκοσκυλίνας» του. Απολαύστε την:
Αυτό το έκανε καθημερινά η Λίζα, του Αλέκου του Σαλαπάτα. Κάθε νύχτα ανέβαινε τα σύρματα, πήδαγε έξω, πήγαινε στα σκουπίδια, έπαιρνε μια σακούλα, ξαναπήδαγε τα σύρματα για να μπει μέσα, και έσχιζε τη σακούλα και άπλωνε τα σκουπίδια στο γκαζόν. Οταν ξύπναγε ο Αλέκος και έβλεπε τα σκουπίδια, έβγαζε την παντόφλα και κυνηγούσε να δείρει τη Λίζα. Η Λίζα μετά το ξύλο έπαιρνε εκδίκηση. Ανέβαινε την τσιμεντένια σκάλα του σπιτιού και τα «έκανε» μπροστά από την είσοδο του σπιτιού, πάνω στο χαλάκι που σκουπίζουμε τα πόδια.
Μερικές φορές που ο Αλέκος ήταν αγουροξυπνημένος δεν τα έβλεπε και τα πάταγε. Και έψαχνε να βρει τη Λίζα για να τη «σκοτώσει» στο ξύλο. Αλλά η «γάτα» η Λίζα το ήξερε. Και όταν την έκανε αυτή τη δουλειά ξαναπηδούσε τα κάγκελα και έμενε στον δρόμο έξω από το σπίτι. Και ο Αλέκος το ήξερε όμως ότι η Λίζα είναι στον δρόμο. Επαιρνε κατ’ ευθείαν μια βέργα και ξεκλείδωνε την αυλόπορτα για να δείρει τη Λίζα. Αυτή φυσικά έτρεχε μακριά.
Οπότε βλέπαμε 1-2 φορές την εβδομάδα το υπέροχο θέαμα: τη Λίζα να τρέχει βολίδα και ο Αλέκος να την κυνηγάει με το μηχανάκι βρίζοντας: «Μωρή δεν θα κουραστείς, θα σε σκοτώσω στο ξύλο. Σήμερα θα πεθάνεις». Η Λίζα έκανε ζικ ζακ και ξέφευγε, και κατά τις 11.00 η ώρα γύριζε σπίτι. Τότε συνήθως εγώ έπινα καφέ με τον Αλέκο.
Η αυλόπορτα ήταν ανοιχτή. Η Λίζα από μακριά κοιτούσε τον Αλέκο. Αυτός της έλεγε: «Ηρθες μωρή εεε; Αντε πήγαινε πίσω να φας και να πιεις νερό». Η Λίζα καταλάβαινε αν είχε ηρεμήσει και τότε έμπαινε στο σπίτι, έτρωγε, έπινε και κοιμότανε μέχρι το βράδυ. Δεν έχω δει εξυπνότερο σκύλο. Ηταν λυκόσκυλο Καναδά.
Ωραία και αξέχαστα χρόνια.
