Ξέρεις τελικά ποια ήταν η πιο αστεία στιγμή όλης αυτής της ιστορίας; Που μετά από τόσα χρόνια γνωριμίας και τέσσερα μερόνυχτα ασταμάτητης επαφής και δουλειάς για να στηθούν 100 σελίδες, ενώ συγχρόνως κάθε μέρα έστηνες και την εφημερίδα από την αρχή, φτάνει επιτέλους το φινάλε, γύρω στο χάραμα, γύρω στις 5 το πρωί που θεωρητικά είχε τελειώσει το βιβλίο και σε λίγες ώρες θα πήγαινε στο τυπογραφείο…
Εσύ, βέβαια, ψείρας μια ζωή, συνέχεια κάτι αλλάζαμε, κάτι προσθέταμε, κάτι αφαιρούσαμε και είχες και πέντ’-έξι διαφορετικές προτάσεις για το καθένα, εγώ συνέχεια κάτι πρόσθετα με την Αντιγόνη και κάποια στιγμή αργά τη νύχτα έφυγε και η Αντιγόνη και τα ‘λεγα σε σένα ώσπου με το ζόρι κρατιόσουνα μη με βρίσεις…
Τι να βρίσεις, που και οι δυο μιλάγαμε με τον ίδιο τρόπο, τον παράξενο και μπορεί και ο καθένας να μην καταλάβαινε τι λέει ο άλλος…
Αλλά έφτανε η ώρα 5 το πρωί, έχει τελειώσει και σου λέω «Είναι υπέροχο» και μου λες «Δεν βαριέσαι, όταν κάτι γίνεται τόσο γρήγορα πάντα κάτι σου ξεφεύγει» κι εγώ σου λέω «Μα τι λες, βρε γρουσούζη, τώρα το είδα και εσύ το είδες, δεν έχει κανένα πρόβλημα, άσε τις γρουσουζιές» και συ μου είπες «Θα το δεις καλά όταν το δεις τυπωμένο» κι εγώ σου είπα «Μια χαρά θα είναι» και έφυγα…
Και μπαίνω στο ταξί μέσα στο χάραμα και όταν φτάσαμε 3ης Σεπτεμβρίου χτυπάει το τηλέφωνο και ήσουνα εσύ και μου λες «Καλά, είσαι καλά; Τι βλακείες είναι αυτά που γράφεις» κι εγώ σου λέω μέσα στον πανικό μου «Τι έγινε;» και μου λες «Τι είναι αυτά που λες, τις ευχαριστίες στον παλιό μου φίλο και συνεργάτη και το όνομά μου;» και μετά σου είπα «Αυτά να σου λείπουν. Το βιβλίο το γράφω εγώ και εγώ το υπογράφω και δεν θα με ελέγξεις τι θα λέω και τι θα γράφω. Κοίτα εσύ να το στήσεις όπως πρέπει» και το έκλεισα…
Και ήξερα πως θα σ’ άρεσε, γιατί θυμόμουν ότι τα τελευταία λόγια 6 ώρες πριν φύγει από τη ζωή, προδομένος από την καρδιά του ο Κλέαρχος Κονιτσιώτης, όταν κανείς δεν είχε θυμηθεί να τον τιμήσει στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ήταν στενοχωρημένος, ήταν «Ιασονάκο μου, όλοι μας στη ζωή χρειαζόμαστε ένα ευχαριστώ»…
Σε λίγες μέρες βγήκε το βιβλίο και σε πήρα να σου πω πως είχανε ενθουσιαστεί ακόμα και οι πιο δύσκολοι για το αισθητικό πριν απ’ όλα αποτέλεσμα και μάλιστα ένας από τους πιο δύσκολους μου είχε πει: «Δεν φανταζόμουν πως οι εκδόσεις από εφημερίδες έχουν φτάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο» και σε πήρα να σ’ το πω, αυτό και άλλα τέτοιου επιπέδου, για να γελάσουμε σου είχα πει: «Πάντως, βρε γρουσούζη, τελικά είχε τρία-τέσσερα πραγματάκια που ξεφύγανε». Και συ μου είπες: «Είδες που σου το ‘πα. Ασε να περάσουν λίγες μέρες γιατί είμαστε πνιγμένοι τώρα, έλα πιο νωρίς ένα απόγευμα να μου έχεις σημειώσει αυτά τα σημεία για να τα ξέρω»…
Μόνο που άργησα πολύ, βρε Δημήτρη, τελικά. Μα αυτό γίνεται συνέχεια. Λες θα πάω αύριο, μετά λες μεθαύριο και τελικά μπορεί να χάσεις και το τρένο…
Γι’ αυτό ήθελα να σου πω συγγνώμη μωρέ Δημήτρη που άργησα… Και σε ευχαριστώ για όλα…
