«…μια μουτζούρα σιωπής
μια μαϊμουδίσια μούρη θανάτου
μια επανέκδοση του αρνητικού
μια ανανέωση της αγιάτρευτης απουσίας
της εγκατάλειψης, της σιωπής.
Αυτό ήταν το μόνο θετικό.
Είχε κατορθώσει ο φωτογράφος
ν’ απαθανατίσει τη σιωπή».
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Το μόνο θετικό»
Οι φωτογραφίες, ξεκινώντας στις αρχές του 19ου αι., πέρα από τη θετική ή την αρνητική αποτίμησή τους ως τέχνη, κατόρθωσαν να καταγράψουν τον κόσμο, διδάσκοντας έναν νέο οπτικό κώδικα, μεταβάλλοντας τη γνώμη μας για το τι αξίζει να βλέπουμε και τι έχουμε δικαίωμα να παρατηρούμε, διαμορφώνοντας μια γραμματική και ηθική της όρασης. Η φωτογραφία αποτελεί το στίγμα, το φυσικό αποτύπωμα, τη νεκρική μάσκα του πραγματικού.
Εχει χαρακτηριστεί τέχνη ελεγειακή, τέχνη του λυκόφωτος, καθώς οι φωτογραφίες ως memento mori και ως όργανο της μνήμης καθίστανται την ίδια στιγμή μια ψευδο-παρουσία και ένα τεκμήριο απουσίας. Για τον Ρολάν Μπαρτ η φωτογραφία ισοδυναμεί με Κασσάνδρα από την ανάποδη: έχοντας στραμμένα τα μάτια στο παρελθόν, δεν ψεύδεται ποτέ για όσα υπήρξαν και τα οποία έχουν πλέον χαθεί.
Τι γίνεται, όμως, όταν οι χάρτινες εικόνες παρακμάζουν, αλλοιώνονται, φθείρονται, όταν σβήνουν, χάνουν τη ζωντάνια και την αίγλη τους, όταν τα πρόσωπα πάνω σε αυτές μετατρέπονται σε μουτζούρες σιωπής; Σκέψεις σαν αυτές γεννά το νέο φωτογραφικό άλμπουμ του Αβραάμ Παυλίδη Περί φθοράς και απώλειας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2020, με εισαγωγή στην ελληνική και αγγλική γλώσσα του Ηρακλή Παπαϊωάννου.
Ο Παυλίδης, περιηγητής του ελληνικού τόπου, με γνήσιο ενδιαφέρον για την παράδοση, τη λαϊκή τέχνη, έχει απαθανατίσει με τις φωτογραφίες του εσωτερικά χώρων με ή χωρίς τους ενοίκους τους, ερειπωμένα κτίρια, ετοιμόρροπες επιφάνειες, στρέφοντας τη ματιά μας στη φθαρμένη ύλη, το υπολειπόμενο ίχνος της μέσα στον χρόνο. Στο νέο φωτογραφικό άλμπουμ του Παυλίδη συντελείται, όπως σημειώνει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου στην κατατοπιστική και ενδελεχή εισαγωγή του, μια αθόρυβη μετατόπιση από την «εικόνα των ερειπίων» στα «ερείπια των εικόνων», που ξεθώριασαν, σάπισαν, αλλοιώθηκαν με κάθε τρόπο.
Ο Παυλίδης αναφωτογραφίζει επιλεκτικά εικόνες που έχει εντοπίσει σε ποικίλους χώρους, όπως παλαιοπωλεία, πινακίδες σε χώρους δημόσιους ή σε ιδιωτικές πηγές, ανασυνθέτοντάς τες αισθητικά ή τεχνητά. Οικογενειακά πορτρέτα, πορτρέτα νιόπαντρων ζευγαριών, μικροί μαθητές, μουσικοί, χάρτινες στιγμές μιας παρελθούσας ευτυχίας, αλλά και αποστεωμένα κτίρια πρωταγωνιστούν στο φωτόδραμα που συνθέτει ο Παυλίδης με τον φωτογραφικό φακό του.
Ο Παπαϊωάννου αναφέρει πως πρόκειται για υλικό που ο φωτογράφος αλιεύει από την ανεπίσημη φωτογραφία (vernacular photography), όρος που παραπέμπει στο έργο που παρήγαγαν ερασιτέχνες κυρίως φωτογράφοι και περιελάμβανε οικογενειακά πορτρέτα, καθημερινές σκηνές, κοινότοπα θέματα. Θεμελιώδης λειτουργία της ανεπίσημης φωτογραφίας μέσα από την ακινητοποίηση μιας φευγαλέας στιγμής, μέσα από την ταρίχευση του χρόνου είναι η διατήρηση ζωντανής της μνήμης των εικονιζόμενων προσώπων. Το φωτογραφικό άλμπουμ με εικόνες παρμένες από τις τελετουργίες της ιδιωτικής σφαίρας μνημειοποιεί και αναδεικνύει την ιστορικότητα των εικονιζόμενων.
Ωστόσο, οι φθαρμένες φωτογραφίες του Παυλίδη, στις οποίες η σκιά, το σκοτάδι κυριαρχούν πάνω στο φως, οδηγούν τα εικονιζόμενα πρόσωπα στην οριστική λήθη. Οι φωτογραφίες του, ως ομιλούσα πραγματικότητα, αφηγούνται την ιστορία της καταλυτικής επίδρασης του χρόνου στην υλικότητα των ανθρώπων και των πραγμάτων, σε μια εποχή που ο καθένας μας κάνει απέλπιδες και απελπισμένες προσπάθειες να αποτρέψει τη φθορά του χρόνου, το γέρασμα του σώματος και της μορφής, τη θλίψη που γεννά το αμετάκλητο του θανάτου.
Σε κάποιες εικόνες οι σκιές, το παιχνίδι ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο, έχουν ως αποτέλεσμα η φθορά να επεκτείνεται στην αρτιμέλεια του σώματος, στο χαράκωμα του προσώπου, σαν από φριχτό μαχαίρι, ακόμα και στο πλήρες σβήσιμό του. Οι ερειπωμένες εικόνες του Παυλίδη αποτυπώνουν το δυστοπικό ανθρώπινο σώμα. Πρόκειται για τοπίο θανάτου, φυσικού και ανθρώπινου, για μια εικονογραφία της οδύνης, καθώς ο φωτογράφος επιδιώκει και καταφέρνει να αναπαραστήσει το μη αναπαραστάσιμο. Οι φωτογραφίες του Παυλίδη είναι αντι-φωτογραφίες, μιας και ο καλλιτέχνης, αμφισβητώντας τα πιο ζωτικά συστατικά του φωτογραφικού λόγου, ανατρέπει την οπτική ρητορική της τέχνης που πιστά υπηρετεί από τη δεκαετία του ’90. Ο Παυλίδης με τις πάσχουσες φωτογραφίες του, τις φτιαγμένες από «πεθαμένο χαρτί», αφηγείται την ελεγεία της φθοράς και της απώλειας του ανθρώπου και των πραγμάτων, ενώ
«όλο ελπίζει πως κάποτε θ’ αποτυπώσει τη διαφορά
ανάμεσα στο χωρισμό και το θάνατο
ατέλειες έχει όμως ακόμη πολλές η τέχνη του
αν κι όσο πάει μαθαίνει απ’ έξω τη νύχτα
παπαγαλίζει το σκοτάδι
κι αισιοδοξεί πως η αδιόρατη στιγμή
όταν η εγκατάλειψη η απλή
μεταμορφώνεται σε θάνατο οριστικό
θα συλληφθεί στο τέλος».
(Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)
